Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Return to Earth : Automata

Όταν ένα συγκρότημα είναι παντελώς άγνωστο, πρέπει να κάνει κάτι για να προωθηθεί. Να βάλει σαν στόχο ένα συμβόλαιο από μεγάλη δισκογραφική, να διαφημίσει το “προϊόν” του ή να βγάλει όποιον άλλο άσο κρύβει στα μανίκια του. Το κατά πόσο είναι σωστή αυτή η εμπορευματοποίηση της μουσικής και το κυνήγι της επιτυχίας βέβαια, είναι ένα άλλο θέμα. 

Μια νέα σχετικά μπάντα που ξέρει τι να κάνει για να προχωρήσει, είναι ένα Αμερικάνικο τρίο με το όνομα “Return to Earth”. Όνομα που παραπέμπει είτε σε άκρως οικολογικές ανησυχίες, είτε σε πεσιμιστική νοοτροπία που αφορά τον προορισμό όλων μας.
Δεν είναι τυχαίο το ότι ξέρουν πώς να κινηθούν σε επίπεδο μάνατζμέντ, αφού και οι τρεις τους φέρονται ως βετεράνοι του χώρου. Ο κιθαρίστας – μπασίστας Brett Aveni συμμετείχε σε διάφορα, μικρής εμβέλειας σχήματα, όπως και ο τραγουδιστής Ron Scalzo. Το μεγαλύτερο όνομα όμως δεν είναι άλλο από τον drummer, Chris Pennie, τωρινό μέλος των Coheed and Cambria και πρώην των The Dillinger Escape Plan, με τους οποίους απέκτησε την φήμη του ως ένας από τους νέους βιρτουόζους του σκληρού ήχου και του έδωσε παγκόσμια αναγνώριση από τους ειδήμονες αυτού του οργάνου.

Οι Return to Earth λοιπόν προσπάθησαν μόνοι τους να εκδώσουν και να προωθήσουν τον πρώτο τους δίσκο “Captains of Industry”, αλλά μάλλον τα είδαν σκούρα, οπότε στράφηκαν προς την Metal Blade (μπορεί να έγινε και το αντίθετο). Άρα, όπως καταλαβαίνετε, το δεύτερο έργο τους “Automata” έχει μια πιο τυπική αντιμετώπιση από την βιομηχανία.

Μια δουλειά ολοκληρωμένη και ώριμη από άποψη εκτέλεσης και άποψης, αλλά και σύνθεσης. Η μουσική τους δεν είναι κάποια αντιγραφή των προαναφερθέντων, αλλά κάτι το οποίο φαίνεται δουλεμένο και μοναδικό μέχρι έναν βαθμό αυθεντικότητας. Στα κομμάτια τους διακρίνονται φυσικά επιρροές, αλλά η απόφασή τους να πρωτοτυπήσουν (σε μικρό βαθμό) είναι ξεκάθαρη.
Από ελαφρύ grind σε hardcore punk και σε εναλλακτικές hard rock στιγμές που θυμίζουν κάτι από Mike Patton και Devin Townsend, κυρίως λόγω των πολύ καλών φωνητικών του τραγουδιστή και της ατμόσφαιρας που δημιουργούν. Πολλά riff της κιθάρας, καθώς και το ηχόχρωμά τους θυμίζει που και που The Dillinger Escape Plan αλλά ευτυχώς έχουν πιο προσωπικές ανησυχίες. Δεν διαθέτουν κάποια στρυφνή μελωδία, όπως οι τελευταίοι και είναι σαφέστατα πιο εύκολοι σαν άκουσμα. Τα γυρίσματα σε εναλλακτικές καταστάσεις φέρνουν στο νου την ιδιαίτερη μπάντα του Townsend με θέματα βαρύγδουπα και αέρινα ταυτόχρονα. Κάποιοι θα μπορούσαν να διακρίνουν ομοιότητες ακόμη και με τα ήρεμα τραγούδια των In Flames σε λίγα σημεία ανά το δίσκο.

Τα drums με τους δυναμικούς τονισμούς του στα blast beats, τα κάνουν να φαίνονται σαν διαφορετικοί ρυθμοί και τα μετατρέπουν σε progressive. Μεγάλος drummer ούτως ή άλλως ο Pennie επιδεικνύει για άλλη μια φορά το ευρύ φάσμα του, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει όπως στις παλαιότερες δουλειές του. Το παίξιμό του είναι πιο απλό αλλά ξέρει τι πρέπει να κάνει για να ταιριάζει στο συγκεκριμένο δίσκο. Υπάρχουν στιγμές στις οποίες “ξεφεύγει” με τρελά γεμίσματα και ταχύτητες τις οποίες χειρίζεται με τέτοια ευκολία που τονίζει ό,τι θέλει, προσδίδοντας την απαραίτητη διαφορετικότητα που απαιτεί η μπάντα. Τα πλήκτρα προσθέτουν πολλά σε μια ατμόσφαιρα που θέλει να μοιάσει πιο alternative ή και ψυχεδελική και τα καταφέρνουν αρκετά καλά, όπως στο “So Close” με το αιθέριο πιάνο πάνω από τα υπόλοιπα όργανα. Εξαιρετικός ο Ron Scalzo, διαθέτει μεγάλη γκάμα στη φωνή του. Από τα εξιταρισμένα για επανάσταση hardcore punk, στα καθαρά του στυλ Patton και Townsend, χωρίς βέβαια τις υψηλές τους νότες. Αν οι στίχοι τους δε, ήταν πιο πολιτικοποιημένοι αντί για προσωπικοί, οι απανταχού “πάνκηδες” θα έβρισκαν ένα νέο soundtrack για να τα “σπάνε” σε πάρτι και συναυλίες.

Εν κατακλείδι το “Automata” είναι μια προσπάθεια που αξίζει ακροάσεις από πολλούς. Διαθέτει ταχύτητα, επιθετικότητα, μελωδίες και ατμόσφαιρα σε ποσότητες ίσες μεταξύ τους και καθώς μπορεί να ακουστεί από όλους τους ροκάδες, δείχνει μια αντίληψη γύρω από έναν ήχο που θέλει να παρουσιάσει ένα άλλο πρόσωπο, πιο εναλλακτικό, στους οπαδούς του σκληρού, ή ένα πιο επιθετικό σε αυτούς του κλασικού.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάνης