Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Bonfire : Branded (Universal Music)


Ξεκίνησαν ως Cacumen στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 κυκλοφορώντας 3 δίσκους και στη συνέχεια μετονομάστηκαν σε Bonfire καταφέρνοντας να εδραιωθούν στη συνείδηση του κοινού ως ένα από τα πιο σημαντικά σχήματα της Γερμανικής σκηνής. Πολλοί τους είχαν κολλήσει το προσωνύμιο “Γερμανοί Bon Jovi” και αυτό όχι μόνο λόγω ομοιότητας του ονόματος τους. Άλλοι τους είχαν εντάξει στο “hair metal”, κάτι που πιστεύω ότι τους αδικεί μιας και οι Γερμανοί δεν άνηκαν στο group του ”από φωνή κορμάρα και από κορμί φωνάρα” όπως πολλοί “κουλοί” που στήριξαν την καριέρα τους στα κολάν, το ξασμένο μαλλί και το eyeliner. Ανήκουν στην κατηγορία του μελωδικού hard n heavy με αρκετά AOR στοιχεία και με οδηγό την χαρακτηριστική φωνή του Claus Lessmann δημιούργησαν αρκετά αξιόλογα πράγματα (τσεκάρετε τα “Dont Touch The Light”-1986 & ”Fireworks”-1987).
    
Έπειτα λοιπόν από-σχεδόν-40 χρόνια (!) οι Bonfire συνεχίζουν την πορεία τους με το “Branded”. Αρχή με το “Deadly Contradiction”, ένα απίστευτα “κολλητικό” κομμάτι και hit του δίσκου. Δυνατό, ώριμο και καλογραμμένο, από τα κομμάτια που περιμένεις με αγωνία να “σκάσει” το ρεφρέν για να σε λυτρώσει και που άνετα κερδίζει μια θέση σε ένα best of του group. Ακολουθεί το συναυλιακό “Just Follow The Rainbow” όπου γίνεται ένα στιχουργικό παιχνίδι με τα χρώματα σε φάση ποιό ταιριάζει σε ποιά κατάσταση ή συναίσθημα, παρακινώντας μας απλά να το ακολουθήσουμε γιατί κάθε χρώμα συμβολίζει και κάτι διαφορετικό, όπως και τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν. Οι τόνοι πέφτουν λίγο στο αισθηματικό “Save Me” που κινείται σε γνώριμα μονοπάτια της μπάντας.
     
Στα “Let It Grow” και ”Better Days” γίνεται αμέσως αντιληπτό πως οι στίχοι αποπνέουν έντονες κοινωνικό-πολιτικές ανησυχίες, με τον Lessmann να τραγουδά: ”I still dreaming about a world united” & “Its your life dont you throw it away” δίνοντας μας μπόλικη τροφή για σκέψη και προβληματισμό. Στη συνέχεια οι Bonfire δείχνουν τα κοφτερά τους δόντια πετώντας μας γυμνούς πάνω σε καλώδια υψηλής τάσης με το-σχεδόν power metal(!)-“Do Or Die”. Πανέμορφη μελωδική εισαγωγή και επιθετική συνέχεια με τους Γερμανούς σε μεγάλα κέφια. Με πολύ ανεβασμένη διάθεση λοιπόν, συνεχίζουμε με τα ανεβαστικά “Crazy” & ”Losers Lane”(riff-άρα) με πολύ ωραία ρεφρέν (η σπεσιαλιτέ τους) και ωραία κιθαριστική δουλειά. Στον επίλογο έχουμε 3 απαλά και αγαπησιάρικα κομμάτια, 2 εκ των οποίων (“I Need You” & ”Rivers Of Glory”) να είναι σε private version, φανερώνοντας ξανά την μαεστρία με την οποία η μπάντα γράφει μπαλάντες.
     
Λίγοι πιστεύω είναι εκείνοι που θα περίμεναν ότι εν έτη 2011 συγκροτήματα σαν τους Bonfire θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν τόσο καλές δουλειές. Εκτός από αγάπες και λουλούδια ή απλά hard rock hits οι Bonfire μέσω των στίχων τους, όπως προείπα, καταφέρνουν να κάνουν το μυαλό μας να σκεφτεί έντονα και να εντρυφήσει σε καταστάσεις που-ευτυχώς-δεν βιώνουμε (πόλεμος, φτώχεια κ.λπ.).
  
Η ελληνική γλώσσα μπορεί να διαθέτει πλούσιο λεξιλόγιο (και έξυπνους ανθρώπους που το εμπλουτίζουν, το μεταλλάσουν και το ανανεώνουν) όμως φαντάζει ιδιαίτερα φτωχή όταν πρόκειται να περιγράψουμε τα μοναδικά, ανεπανάληπτα και συχνά αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα που μας προσφέρει η αγαπημένη μας μουσική.  

Κείμενο : Αντώνης Κοντογιάννης 

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Darkest Hour: The Human Romance - (Century Media)

Από την παλαιολιθική εποχή κιόλας, γεννήθηκε μια ζωοποιός ανάγκη για συνεννόηση. Πέρα από την ενστικτώδη ικανότητα του ανθρώπου να καταλαβαίνει την κραυγή του συγγενικού του προσώπου, που τον αναζητά ή ακόμα και την μυρωδιά του, έπρεπε να υπάρξει μια πιο διευρυμένη μορφή επικοινωνίας. Η γλώσσα έγινε βασικό χαρακτηριστικό των κοινωνιών από τότε που ο άνθρωπος εισήγαγε αυτό το μέσο στη ζωή του. Ήταν ο παράγοντας που θα τον πήγαινε ένα βήμα παραπέρα, απ’ όλα τα άλλα ζωντανά της γης. Η γλώσσα. Η πρώτη ουσιώδης ανακάλυψη. Το ανθρώπινο είδος πολλαπλασιάστηκε και μοιράστηκε στα μήκη και πλάτη αυτού του πλανήτη και μαζί με αυτόν αναπτύχθηκαν γύρω στις 7.000 διαφορετικές καταγεγραμμένες γλώσσες . Στα εκατομμύρια έτη που περνούν οι άνθρωποι πολλές φορές θα αναμειχτούν. Δεν θα υπάρξει μόνο μια φυλετική ανάμειξη αλλά και γλωσσική.

Αντιδάνειο

Το αντιδάνειο είναι ένα χαρακτηριστικό της γλωσσικής ανάμειξης. Μια λέξη που ανήκει σε έναν λαό και την δανείζεται ένας άλλος. Ύστερα αυτή η λέξη με το πέρασμα πολλών ετών ξαναγυρίζει εκεί όπου γεννήθηκε, παραλλαγμένη έχοντας πια τα ξένα σημάδια πάνω της. Όσοι ασχολήθηκαν περισσότερο με τη γλώσσα, διαβάζοντας τα παραπάνω όλο και κάποια λέξη θα τους έρχεται στο μυαλό.


Θα μπορούσε άραγε η ορολογία για το αντιδάνειο να χρησιμοποιηθεί και στη μουσική; Αντικαθιστώντας βεβαίως την «λέξη» με κάτι ανάλογο;


Επιχειρώ κάτι:


Μουσικό αντιδάνειο


Αμερική, τέλη ’70 αρχές ’80, συμβαίνει κάτι διαφορετικό στον χώρο της “hard rock” μουσικής. Δημιουργείται το Thrash Metal. Οι άλλοτε Ηeavy Μetal μπάντες που χρησιμοποιούσαν το κλασικό “New Wave of British Heavy Metal” (NWOBHM) θέλησαν να εισάγουν ένα διαφορετικό στιλ στην μουσική τους. Ο ήχος που δημιουργήθηκε προερχόταν από μουσικές διαφορετικές που ενώθηκαν. Η Punk Rock και η Hardcore ήταν ένα κράμα που θα ομογενοποιούνταν για να φτιαχτεί η Thrash. Βασικό χαρακτηριστικό του νεογέννητου είδους είναι τα γρήγορα tempo σε κρουστά και κιθάρες. Στίχοι που καταπιάνονται με κοινωνικά θέματα, επιθετικοί και καταγγελτικοί.


Η μουσική-κίνημα θα ακουστεί παντού και θα ωθήσει όλο και περισσότερους να ασχοληθούν. Μπάντες-ιδρυτές του κινήματος όπως οι Slayer, Metallica, Anthrax (Αμερική), αλλά και λίγο πιο μεταγενέστεροι Sodom, Kreator, Destruction (Γερμανία) θα αποτελέσουν πρότυπα μίμησης και επιρροές.


Λίγα χρόνια αργότερα, στην πρωτεύουσα της Σουηδίας, η βασική μουσική γλώσσα πολλών Στοκχολμητών πιτσιρικάδων είναι το Death. Το Σουηδικό Death ήταν ένα προϊόν που παράχθηκε από τη Thrash. Συγκροτήματα που δημιουργούνται είναι οι Garnage, οι Nihilist (και αργότερα Entombed), οι Tiamat, οι Grave και άλλοι πολλοί. Τα λαρυγγικά φωνητικά είναι άγρια, πιο βαθιά και πιο νοσηρά από αυτά του Thrash ενώ ρυθμοί και οι μελωδίες εκφράζονται με ταχύτητα και πολλές επαναλήψεις.


400 χιλιόμετρα μακριά από την μεγάλη πόλη της Στοκχόλμης, στις δυτικές ακτές της Σουηδίας που βρέχονται από τα παγωμένα νερά της Βόρειας Θάλασσας, στην πόλη του Γκέτεμποργκ η ακραία σκηνή θα υποδεχόταν ένα νέο παρακλάδι του κινήματος του Thrash, προερχόμενο πιο πολύ από την Γερμανία και μπάντες όπως οι (Kreator, Sodom, Destruction). Εκεί οι Σουηδοί έχοντας τις Death καταβολές θα αναμείξουν την μουσική τους με την μουσική των Αμερικανών. Και εγένετο… Gothenburg metal ή αλλιώς Μελωδικό Death, ή αλλιώς Melodeath. To νέο δημιούργημα έχει τώρα περισσότερη μελωδία με Thrash στοιχεία και τα φωνητικά του είναι άγρια Death Metal.

At
the Gates, Mega Slaughter, Valcyrie, Ceremonial Oath, Dark Tranquillity, In Flames είναι κάποιες από τις μπάντες που με την παρουσία τους σηματοδοτούν την αρχή της σκηνής του Γκέτεμποργκ και του Μελωδικού Death. To Gothenburg metal από εκείνη τη στιγμή δεν θα άνηκε πλέον στην μητέρα δημιουργό του. Εξαπλώθηκε.


Οι Αμερικανοί Darkest Hour είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιδάνειου. Είναι παιδιά της χώρας που έδωσε το σκληρό της είδος και τώρα μετά από χρόνια το πήρε παραλλαγμένο έχοντας εμφανή τα ξένα σημάδια πάνω του. Είναι παιδιά της πρωτεύουσας της Αμερικής. Επιρροές τους, οι Σουηδοί δημιουργοί του είδους At The Gates. Ακούγοντας για πρώτη φορά το καινούριο τους δημιούργημα, το “The Human Romance” καταλαβαίνει κανείς με την πρώτη φορά τα σημάδια που άφησαν οι πρόγονοι του Μελωδικού Death. Συνεπώς οποιαδήποτε παραπάνω περιγραφή στο είδος ανήκει και στους αμερικανούςDarkest Hour.

Σε όσους έπεσαν στα χέρια τους πολλά από τα τελευταία κυρίως album των Dark Tranquillity θα εντοπίσουν πολλές ομοιότητες. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Darkest Hour δεν έχουν ηλεκτρονικά μέρη. Αλλά έχουν πολλά ιδιαίτερα στοιχεία. Το δυνατό τους όπλο εντοπίζεται στις κιθάρες. Οι Darkest Hour πάντα έψαχναν καλούς παίχτες στην θέση της κιθάρας και ένας από τους βιρτουόζους που ήρθε και έφυγε είναι και ο Kris Norris (God Forbid, Threat Signal). Ακραίες κλίμακες και απίστευτη ικανότητα διαχείρισης αριστερού χεριού, της μεριάς των τάστων. Οι επόμενοι κάθε άλλο παρά υποδεέστεροι είναι αφού ο Mike Schleibaum και ο Mike Carrigan δίνουν διαπιστευτήρια σε κάθε κομμάτι. Αν και δεν είναι σωστό να γίνει με τον συγκεκριμένο τρόπο, δεν θα διστάσω να προτρέψω να ανατρέξετε στο 3:49 λεπτό του “Savor he Kill”. Εκεί που μια συνεργασία κιθαρών με ένα τρελό riff που επαναλαμβάνεται στρώνει υπέροχα το χαλί για τον ερχομό ενός solo. Και ύστερα πάλι αυτό το αναθεματισμένο riff. Κάτι ανάλογο θα συμβεί στο επόμενο, “Man & Swine”, στο 1:30 όταν μια σκοτεινή ηλεκτρική γίνεται η αιτία να μεταφερθούμε σε μια απόδειξη της ικανότητας των δύο μουσικών.

Από τα εξέχοντα κομμάτια αυτής της συλλογής είναι και το «Your Everyday Disaster
”. Κομμάτι που οι ίδιοι αποκάλυψαν τους στίχους πιο νωρίς από την κυκλοφορία.


Ένα πιάνο και μια κλασική κιθάρα θα ακουστούν στην έναρξη του ακουστικού κομματιού έκπληξη “Terra Solaris” που συγκεντρώνει το συναισθηματισμό σε χαμηλούς τόνους.


Kάτι που μπορεί παραξενέψει όποιον ακούει για πρώτη του φορά τους Darkest Hour είναι τα φωνητικά. O John Henry που είναι και από τα παλαιότερα μέλη της μπάντας (μιας και υπήρξαν πάμπολλες αλλαγές στα χρόνια που πέρασαν) δεν έχει τα death φωνητικά ή δεν τα χρησιμοποιεί (αν θέλετε). Έχει όμως ένα ουρλιαχτό που δίνει μια νεανική σκοτεινή επαναστατικότητα. Με την πρώτη θα σε προβληματίσει (και ιδιαίτερα όσους πίστεψαν στην μεγαλειότητα του σκοτεινού, ακραίου που ερχόταν από την Σουηδία). Καθαρά φωνητικά θα χρησιμοποιήσει σε παλαιότερα album αλλά εδώ δεν θα τον χαρεί(;) κανείς να επιδίδεται.


Ζήσαμε μια αλλαγή στην μουσική που μετάλλαξε τους ακροατές από επιμελείς μελετητές σε απαθείς καταναλωτές. Από την αναζήτηση σε δρόμους για κασέτες και δίσκους που περιφέρονταν από χέρι σε χέρι, και σε μαγαζιά, σε links και url. Ένα «μαγαζί» που σαν μυστική, πονηρή συμφωνία φιλοξενεί ουρές από όλο τον κόσμο. Στο αχανές super market της μουσικής καταναλώσαμε και συνεχίζουμε να καταβροχθίζουμε καθημερινά μεγάλες ποσότητες από αυτά που μας προσφέρονται. Άραγε τι μένει από θρεπτικές ουσίες και από γεύσεις που λαμβάνουμε; Πολλά τραγούδια πολλές οι μουσικές. Άραγε μένει τίποτα για να θυμόμαστε; Ας είναι κάποιοι ήχοι και καλλιτέχνες σημεία που θα ανατρέχουμε. Έτσι, για να μείνει και κάτι από τους ήχους που έφυγαν.

Οι Darkest Hour ίσως…


Για τους φίλους του ακραίου μελωδικού και για άλλους που καμιά φορά ψάχνονται.


Κείμενο: Θανάσης Καμπάνης

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

The Black Keys : Brothers (Warner)


Η περασμένη δεκαετία έβγαλε αρκετά μεγάλα ονόματα στο κλασικό rock, που πολλοί ονομάζουν πλέον new rock, αφού ως κάτι τέτοιο θεωρούν μόνο το παλιό. Οι White Stripes, οι Muse, οι Arcade Fire και άλλοι πολλοί έδωσαν μια πνοή στο μεγαλύτερο μουσικό κίνημα των τελευταίων 40 ετών, το οποίο είχε ξεμείνει στα πολύ γνωστά και θρυλικά σχήματα. Μέσα σε αυτά πρέπει σίγουρα να προσθέσουμε κι άλλο ένα από την Αμερική, το επίσης ντουέτο (όπως ο Jack και η Meg White) Black Keys.

O Dan Auerbach (κιθάρα φωνητικά) κι ο Patrick Carney (drums) έχουν εκδώσει μέχρι τώρα 6 δίσκους, καταφέρνοντας να κερδίσουν δύο Grammy για τον τελευταίο, “Brothers”. Η εμπορική επιτυχία ήταν σίγουρη, κυρίως στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, όπου και το είδος της μουσικής τους είναι πιο δημοφιλές από ότι στην Ευρώπη. Το blues rock που έχουν αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια άλλωστε, από εκεί προέρχεται.

Το “Brothers” λοιπόν, ως 6η δουλειά, τους έχει προσφέρει απλόχερα επιτυχία, χρήματα κι αναγνωρισιμότητα. Φαίνεται πως συγκίνησε πολύ κόσμο με τις μελωδίες του αλλά και τους στίχους, που όλα μαζί σαν αποτέλεσμα έφερναν αρκετά στις παρόμοιες μπάντες του ‘70.

Το άλμπουμ των 15 συνθέσεων, είναι άλλο ένα δείγμα της νοοτροπίας των Αμερικανών, στο οποίο όμως έχουν ρίξει τους τόνους. Το blues εναλλάσσεται περισσότερο με το pop rock όσο ποτέ άλλοτε, ενώ στιγμές παλιού καλού δυνατού και βρώμικου rocknroll δεν υπάρχουν. Κομμάτια σαν το “Your touch” από το “Magic Portion” ή το “I Got Mine” από το προηγούμενο “Attack & Release” έχουν δώσει τη θέση τους σε αντίστοιχα πιο new rock όπως το “Everlasting Light”, ένα τραγούδι σε πολύ απλό και χαλαρό pop rock ύφος, στο οποίο όμως ο Auerbach ερμηνεύει καταπληκτικά  και διαφορετικά από το γνώριμο στυλ του, αφού ουσιαστικά είναι δομημένο έτσι ώστε ο ίδιος να το αναδεικνύει. Με το “Next Girl” τα πράγματα μπαίνουν λίγο στη θέση τους και η bluesy διάθεση ρέει ξανά από τα ηχεία. Ένα από τα singles του “Brothers”, το “Tighten Up” μας στέλνει πάλι σε new rock καταστάσεις, με τον τρόπο που έκαναν κάποτε οι U2 και δημιουργούν ένα πολύ ευχάριστο άκουσμα, παρόλο που οι στίχοι είναι κάπως “πονεμένοι”. Το “Im Howling For You” δίνει ένα πιο κλασικό στίγμα, με τα riffs του να τείνουν στην χαρακτηριστική εποχή του ροκ, κάτι που ενισχύεται και από τα λόγια που μιλούν για μια γυναίκα και το πόσο πολύ την θέλει ο δόλιος ο στιχουργός (“the little girls got a hold on me, like glue, baby Im howling for you”). Το “Shes Long Gone” είναι από τα πιο δυνατά του δίσκου και πιο blues rock από τα υπόλοιπα, καθώς ο ήχος του παραπέμπει τόσο πολύ στην δεκαετία του ‘70 και ιδιαίτερα σε μεγάλα blues rock κομμάτια όπως το “Ill put a spell on you” (όχι τόσο πολύπλοκο βέβαια), που ακόμη και η παραγωγή είναι τόσο σωστά τοποθετημένη και κάνει την κιθάρα να ακούγεται με εκείνη την παλαιωμένη χροιά που έχουν αγαπήσει εκατομμύρια. Ακόμη και φυσαρμόνικα μπορεί να θυμίσει το εφέ που χρησιμοποιούν, κάτι που σίγουρα του πάει πολύ. Συγκινητικές μελωδίες στο “Unknown Brother”, όπου μιλούν για έναν αδερφό που δεν γνώρισαν ποτέ αλλά κι έτσι ακόμη τραγουδούν για τη μνήμη του.

Ολόκληρο το άλμπουμ κινείται γύρω από αυτούς τους ρυθμούς, μαζί με έναν “αισιόδοξο” πόνο και τα 55 λεπτά του μοιάζουν αρκετά ώστε να αποζημιώσει όλους τους φίλους του συγκροτήματος, κυρίως αυτούς που τους αγαπούν για τις μπαλάντες με τη ‘70s αίσθηση.

Η προσπάθεια που έχει γίνει από τους συντελεστές είναι πραγματικά αξιομνημόνευτη, αφού έχει καταφέρει να αποδώσει στο έπακρο το κλίμα που ήθελε το ντουέτο. Τα φωνητικά που είναι το σημαντικότερο blues στοιχείο μέσα στο “Brothers”, το αναδεικνύουν περισσότερο από τις συνθέσεις, αν κι ο Auerbach που διαθέτει πολλά πρίμα για το είδος, με τη νότια προφορά και με τον (όχι και τόσο βαρύ) καημό που βγάζει, παραπέμπει στους μαύρους τροβαδούρους πολλών δεκαετιών πίσω.

Το πακέτο περιλαμβάνει ένα bonus cd με τίτλο “Akron Sessions” στο οποίο παίζουν έξι από τα κομμάτια του “Brothers” με έναν τρόπο, λίγο πιο βρώμικο και κλασικό, κάτι που θα αρέσει στους πιο φανατικούς ροκάδες.

Εν κατακλείδι η τελευταία δουλειά των “μαύρων κλειδιών” είναι μια πολύ καλή και φρέσκια ιδέα, τη στιγμή που δεν υπάρχουν αρκετά συγκροτήματα που παίζουν εμπορικό blues rock. Μπορεί να μην είναι το πλέον καλλιτεχνικό νέο στο χώρο αλλά αξίζει ακροάσεις από τους οπαδούς της ροκ σκηνής, που θα δουν μια αναβίωση ενός παλιού, καλού, αλλά ταυτόχρονα αυθεντικού ήχου που δεν αντιγράφει απλώς το παρελθόν, αλλά μαθαίνει από αυτό και συνεχίζει την παράδοση.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Cephalic Carnage : Misled By Certainty


Τι κατάσταση κι αυτή με τις ταμπέλες στην μουσική. Ειδικά στο metal, όποιος θέλει να ξεχωρίσει, αυτοχαρακτηρίζεται με διάφορους στομφώδεις τρόπους δίνοντας ακόμη και λάθος εντύπωση για το τι παίζεται στις συνθέσεις του. Είναι λογικό κι επόμενο βέβαια από τη στιγμή που τα τελευταία 15 χρόνια έλαβε χώρα μια εισβολή άνευ προηγουμένου, από αμέτρητα συγκροτήματα, τα οποία φυσικά διέφεραν το ένα με το άλλο σε λίγα σημεία, αρκετά όμως ώστε να δημιουργήσουν μικρά παρακλάδια στον κορμό της κύριας κατηγορίας. Έτσι εμφανίστηκε το math (είτε σαν math rock ή math core), το grindgrind core), metal core και πάει λέγοντας. Ενδιαφέρουσα και χιουμοριστική ήταν μια περιγραφή για τους Mastodon, της περιόδου “Remission”, όταν κάποιος δεν μπόρεσε να τους κατατάξει ακριβώς κι αποκάλεσε το στυλ τους “rocknroll progressive death core”. Είναι γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης άλλωστε, να κατηγοριοποιεί και να ταμπελοφορεί το οτιδήποτε, είτε αυτό είναι νότες, πολιτικές απόψεις, τέχνη ή έμψυχο όν.

Οι Cephalic Carnage είναι ένα από τα παλιότερα σχήματα στο είδος του, αφού υφίσταται από το 1992, κυκλοφορώντας ήδη 5 fulllength album, τα περισσότερα των οποίων την περασμένη δεκαετία του ’00. Πώς θα μπορούσε κάποιος τώρα να καθορίσει αυτό το είδος; Η αλήθεια είναι πως με τα χρόνια η αντίληψή τους για τη μουσική άλλαζε. Η ακραία προσέγγιση των δύο πρώτων δίσκων δεν διέθετε κάτι το αξιομνημόνευτο, παρά μόνο την άψογη τεχνική κατάρτιση όλων των μελών και τις λίγες math εκρήξεις, που χάνονταν μπροστά στο χειμαρρώδες grind core. Στο τρίτο, “Lucid Interval”, η jazz πολυπλοκότητα έγινε κύριο στοιχείο τους και η αναρχία πήρε τη θέση δίπλα στο χάος των προηγούμενων συνθέσεων, ενώ με το “Anomalies” φάνηκε μια διάθεση για μια ελαφριά (όσο πατάει η γάτα) στροφή προς πιο mainstream καταστάσεις. Επόμενο ήταν το “Xenosapien”, όπου το τοπίο ξεκαθάρισε λίγο, με το τεχνικό grind core να συνοδεύεται με έντονες math εκφράσεις, παράλληλα πάντα με τις υπερηχητικές ταχύτητες και τα ζωώδη φωνητικά, αλλά και πολλά progressive στοιχειά τα οποία πάντοτε εμφάνιζαν με αύξοντα ρυθμό.

Στο τέλος του 2010 εξέδωσαν, μέσω της ίδιας δισκογραφικής εταιρίας, τον 6ο τους δίσκο με τίτλο “Misled By Certainty”. Σίγουρα πρόκειται για την πιο ώριμη κι ολοκληρωμένη δουλειά τους, πάντα με φόντο την ακραία προσέγγισή τους. Η αλήθεια είναι ότι οι Αμερικανοί είναι μια απρόβλεπτη μπάντα, ικανή για όλα, όμως και ο πιο υποψιασμένος έχει ένα μικρό φόβο για το αν αυτό που θα ακούσει είναι στα όρια του υποφερτού ή κάτι που θα κουράσει με το πολύπλοκο και ταχύτατο χάος του.
Με το πρώτο κιόλας κομμάτι έρχεται μια έκφραση έκπληξης στο πρόσωπο του ακροατή. Καθαρά progressive ήχοι, μακριά από grind καλούπια, φανερώνουν με τον καλύτερο τρόπο τις συνθετικές ικανότητές τους. Ακόμη και τα φωνητικά του Lenzig Leal είναι κάπως πιο σαφή και ξεχωρίζουν πλέον οι λέξεις μεταξύ τους. Όλο το άλμπουμ κυμαίνεται μεταξύ αυτής της νοοτροπίας και της γνώριμης εξτρεμιστικής διάθεσής τους, όπως στο “Abraxas Of Filth” όπου ο νέος μπασίστας Nick Schendzielos παίζει με έναν τρόπο που θυμίζει παλιούς Atheist, ο drummer John Merryman αποδεικνύει ότι παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους της συγκεκριμένης σκηνής και οι κιθαρίστες Steve Goldberg και Brian Hopp αποσαφηνίζουν γιατί οι Cephalic Carnage  θεωρούνται τόσο πρωτοποριακό συγκρότημα. Γεγονός είναι πως αυτή τη φορά το μέρος των εγχόρδων δεν τείνει τόσο στο math, αλλά στο progressive, κάτι που ίσως να προέρχεται κι από την αποχώρηση του προηγούμενου κιθαρίστα Zac Joe.
Φυσικά δεν λείπουν όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως τα grind core περάσματα με τις κλασικές διπλές μπότες και blast beats, κιθάρες που νομίζει κάποιος πως σπέρνουν τον όλεθρο και “μα γιατί κάνει έτσι αυτός;” φωνητικά, παράλληλα με κάποιες jazz μελωδίες και solo. Αυτό βέβαια που τους κάνει να ξεχωρίζουν είναι τα ιδιαίτερα τραγούδια που συνδυάζουν όλη τη φιλοσοφία τους, όπως το “Dimensional Modulation Transmography” ή το “Ohrwurm” με το εκπληκτικό grind riff και την έντονα progressive έως και fusion αντιμετώπιση, που φέρνει έως και στους παρανοϊκούς prog-noise-fusion κτλ Νορβηγούς Shining (όχι τους black metallers), αφού το σαξόφωνο χρησιμοποιείται, λίγο μεν, σαν κύριο όργανο δε. Επικό το 12λεπτο “Repangaea”, όπου φανερώνουν διαφορετική άποψη που ξεφεύγει από τα προηγούμενα και ίσως να παρομοιάζεται περισσότερο με αυτήν των Baroness, αν και καθ’όλη την πορεία τους έχουν προϊδεάσει τους οπαδούς τους για τα πάντα, ακόμα και για τον χαβαλέ του τελευταίου κομματιού “Aeyeucgh”.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το artwork του Orion Landau, το οποίο είναι τόσο πολύπλοκο, άρρωστο, σουρεαλιστικό και εντυπωσιακό που ταιριάζει γάντι στο όλο σκηνικό που έχουν στήσει και δεν περιορίζεται μόνο στο εξώφυλλο αλλά συνεχίζει  και στο εσωτερικό.

Ήταν ανέκαθεν στο ύφος τους να κάνουν πράγματα που όδευαν στο όριο μεταξύ ακραίου ήχου και μουσικότητας. Με το “Misled By Certainty” κάνουν ένα βήμα ακόμα προς την ωριμότητα και την μουσική ως αξίες. Μπορεί να είναι ιδιόρρυθμος και εφευρετικός δίσκος, όμως δεν συνίσταται για όσους δεν έχουν κάποια συμπάθεια προς τόσο εξτρεμιστικής διάθεσης ακούσματα. Για τους οπαδούς του χώρου, πάντως είναι μια πολύ καλή είδηση.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Covenant : Modern Ruin (SPV)


Ζωή μετά το Skyshaper? Så småningom, ja!
(Σ.μ: Τελικά, ναι!)

Και οι Covenant έφεραν το φως. Αν και μακριά από εωσφορικές αναφορές, το σουηδικό ηλεκτρονικό τρίο (με τον Daniel Myer των Hausjobb που είδαμε και στην καταστροφική τελευταία τους εμφάνιση ως session στην Αθήνα ως πλήρες μέλος πλέον) μας κάνει αν μη τι άλλο να τους ξαναπροσέξουμε με το 9ο και πιο...αργοπορημένο άλμπουμ τους.

Εξ αρχής το ξεκαθάρισμα: Το “Modern Ruin” δεν είναι “Northern Light” (κακό αυτό) αλλά δεν είναι και  “Skyshaper” (καλό αυτό). Επίσης, αν και περιέχει δύο-τρία dance floor hitακια στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια είναι φανερό ότι η ενσωμάτωση του Myer έχει οδηγήσει τους Covenant σε ένα σταυροδρόμι.

Ατμοσφαιρικοί ήχοι περισσότεροι από όσους έχουν συνηθίσει οι οπαδοί, μεγαλύτερη αφαίρεση, slow tracks, μινιμαλισμός. Αυτά είναι όσα φέρνει, μαζί με λούπες και τεχνική, ο Myer στους Covenant. Γράφοντας ως οπαδός που τους έχει ακολουθήσει κι εκτός Αθηνών, μπορώ να πω πως αν οι Covenant (που λογικά θα “σκάσουν” μύτη από τα μέρη μας ξανά μέσα στο '11) σοβαρευτούν στα live τους κι ο Eskil Simonsson κόψει τις κακές συνήθειες τουλάχιστον επί σκηνής, θα έχουν τελικά άλλο ένα ακροατή όπου κι αν εμφανιστούν.

Επιστρέφοντας στο “Modern Ruin” το αυτί χρειάζεται αρκετές ,αλλά όχι πολλές, ακροάσεις για να ξεχωρίσει τα τραγούδια. Τα hits είναι εύκολα αναγνωρίσιμα: “Lightbringer” σε μια συνεργασία με τους επίσης Σουηδούς Necro Facility. Αυτό θα φέρει mainstream κόσμο στο dance floor χάρη στο πιο εύπεπτο στυλ των συνεργατών τους. Μετά, “Judge Of My Domain”. Αν ψάχνετε το...”Call The Ships To Port” του “Modern Ruin”, ε αυτό είναι, αλλά...δεν είναι “τόσο” όσο θα θέλαμε. Πάντως είναι κλασσικό ebm κομμάτι, κολλάει στο μυαλό και σίγουρα θα αρέσει. Νομίζω πως με ένα πιο tbm remix θα δείξει περισσότερο κάποια στιγμή.

Αν ήθελα να είμαι πιο αισιόδοξος θα πόνταρα σε δυο ακόμη κομμάτια, το “Βeat The Noise” επίμονο και υπερβολικά χορευτικό για τα γούστα μου και το πιο ebm και σκοτεινό (άρα στα γούστα μου) “Get On” το οποίο είναι για την ώρα το αγαπημένο μου.
Ανάμεσα στα υπόλοιπα κομμάτια λάμπει όμως ένα και μοναδικό που, συγκριτικά & για να
καταλαβαίνουν όλοι, είναι για τους Covenant ότι είναι το “Beloved” για τους VNV Nation. Αναφέρομαι στο “Τhe Beauty and The Grace” που μουσικά είναι αριστουργηματικό, αρχίζει κι αναπτύσσεται αργά αλλά όσο προχωράει (στα περίπου πέντε λεπτά του) επιταχύνει, είναι πολύ συναισθηματικό και ανατριχιαστικό. H καλύτερη στιγμή του άλμπουμ.

Τι μένει από όλα αυτά? Είναι φανερό ότι οι Covenant το παλεύουν. Αν δεν είχε τόσες ανισότητες, κι αυτό προφανώς οφείλεται στο νέο μέλος, θα μιλάγαμε για θρίαμβο και μάλιστα θρίαμβο που σίγουρα δεν τον περιμέναμε.

Ύστερα όμως από μια δύσκολη περίοδο, τόσο για τους ίδιους όσο και για το είδος που προσπαθεί να (ξανά) ορθοποδήσει, οι Covenant δείχνουν πολλά περισσότερα σημεία ζωής από όσα ήταν αναμενόμενο, άρα...Get On!

Κείμενο : Γιώργος Αποστόλου

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Mogwai : Hardcore Will Never Die, But You Will


Οι Mogwai εδώ και χρόνια μένουν πιστοί στο pοst-rock είδος που αποφάσισαν ν' ακολουθήσουν. Έτσι και ο νέος δίσκος κυμαίνεται σε κλασσικούς Mogwai ήχους, με πολλές εναλλαγές στη διάθεση που μας προκαλεί. Στο Cover,  η εικόνα μιας μεγάλης πόλης , μέσα σε γκρίζα και σκούρα χρώματα σε συνδυασμό με τον τίτλο ήδη αρχίζουν να δημιουργούν μια χαοτική ατμόσφαιρα. Στα  53 λεπτά που εκτυλίσσεται η μουσική των Mogwai δεν θ' ακούσουμε κάτι που θα μας ξαφνιάσει. Μερικές φορές πιο σκληροί ήχοι metal, άλλες φορές  θυμίζουν electro και μερικοί τίτλοι που έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο τους. Πιο αναλυτικά:

 1.White Noise- θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα κλασσικότατο κομμάτι Mogwai, ήρεμο με κύριο στοιχείο τα πλήκτρα.
2.Mexican Grand Pix- Εδώ έχουμε διαφορετικό style, electro στοιχεία για αρχή και έντονο ρυθμό σε όλη τη διάρκεια του κομματιού.
3.Rano Pano- Distort κιθάρες πάνω σε μια πολύ συγκεκριμένη ατμοσφαιρική μελωδία, που διατηρείται σε όλο το κομμάτι, άλλοτε πιο soft, άλλοτε πιο σκληρή.
4.Death Rays- πάλι ένα ήρεμο,  γαλήνιο και μελωδικό κομμάτι κυρίως με πλήκτρα.
5.San Pedro-Εδώ αλλάζει η διάθεση με δυνατά drums, πιο γρήγορο ρυθμό και distort κιθάρες, κάνοντας focus στη rock πλευρά τους.
6.Letters to the Metro- γεμάτος ήχος, το μπάσο δίνει μια ιδιαίτερη αίσθηση, ενώ πλήκτρα και κιθάρα εκτυλίσσονται πάνω σε αυτό.
7.George Square Thatcher-με αναφορά στα μέρη της πατρίδας τους(George Square είναι μια πλατεία στην Γλασκώβη), σε αυτό το κομμάτι έχουμε πάλι έντονο μπάσο, κιθάρες καθώς και φωνές.
8.How to be a Werewolf- χαλαρό κομμάτι με drums και κιθάρα στο ίδιο μοτίβο.
9.Too Ranging To Cheers-μελαγχολικό κομμάτι που από τη μέση και μετά αρχίζει να δυναμώνει
10.You're Lionel Richie-τελευταίο κομμάτι, και συνεχίζει στο ίδιο ύφος, αρχή με ατμοσφαιρικό ήχο, κάποιους στίχους και κάπως έτσι κλείνει ο δίσκος με πιο έντονο ήχο προς το τέλος του κομματιού.

Οι Mogwai σ' αυτό το album κυμάνθηκαν στους γνώριμους ήχους τους, προσθέτοντας μερικά διαφορετικά στοιχεία. Τα κομμάτια τους όπως είναι γνωστό είναι αρκετά μεγάλα σε διάρκεια(σ' αυτό το δίσκο 4-5 λεπτά το καθένα). Αν όμως σε κάποιον δεν έφτασαν τα 53 λεπτά, υπάρχει και Limited Edition του δίσκου με ένα track 23 λεπτών(!) με τίτλο “Music for a Forgotten Future (The Singing Mountain)” σαν μια καλλιτεχνική επέμβαση για τον επίσης Σκοτσέζο καλλιτέχνη Douglas Gordon.


Κείμενο : Β.Μ.