Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

At The Soundawn : Shifting


“Στην αυγή του ήχου”. Ή αλλιώς ο ανατέλλων ήχος ενός φιλοσοφημένου μυαλού. Ενδιαφέρον και ευρηματικό το όνομα μιας μπάντας από την Ιταλία, η οποία κινείται στους γνώριμους, πλέον, δρόμους του post. Ένα είδος που εδώ και 8 – 9 χρόνια προοδεύει με αλματώδη ρυθμό ως προς την ποσότητα των εκπροσώπων του. Η ποιότητα ήταν από γεννησιμιού του υψηλή, όπως έδειξαν για παράδειγμα οι Godspeed You! Black Emperor στην rock εκδοχή του και οι Isis στην αντίστοιχη metal. Η συνέχεια έχει αποδειχθεί αντάξια των προσδοκιών όλων των μουσικόφιλων και προσφέρει ανελλιπώς καταπληκτικά έργα και οι γείτονες, προερχόμενοι από την Ραβέννα, αποτελούν μέρος αυτής της νέας δημιουργικής γενιάς.

Το  ντεμπούτο τους, “Red Square: We Come In Waves” μπορεί να μην ξεχώρισε μέσα από την μαζική προσέλευση των συγκεκριμένων συγκροτημάτων, αλλά αν μη τι άλλο προϊδέασε το ακροατήριο για τις επόμενες κινήσεις τους. Αξιόλογη προσπάθεια μεν, χλιαρή και κοινότυπη σύνθεση δε. Φανέρωσε όμως ταλέντο και άποψη που έδειχναν νοοτροπία σοβαρού σχήματος, που ξέρει τι θέλει και οι υποσχέσεις που έδωσαν για τον απόγονό του, πολλές.

Και το όνομα αυτού “Shifting”. Ένας δίσκος που πρέπει να τύχει μεγάλης ακρόασης και αναγνώρισης από όλους όσους πιστεύουν πως η μουσική δεν έχει σύνορα, καλούπια και ταμπέλες για να προσελκύουν πελάτες. Φυσικά για να έχει νόημα το παρόν κείμενο θα πρέπει να γίνει μια κατηγοριοποίηση, αλλά μόνο για περιγραφικούς λόγους κι όχι ετικετοποίηση ή χειρότερα, τυποποίησή τους.

Το εναρκτήριο τραγούδι με τον ιδιόρρυθμο τίτλο “Mudra: In Acceptance and Regret” σηματοδοτεί ίσως την γενικότερη άποψη γύρω από το παίξιμό τους. Ψυχεδελική εισαγωγή την οποία ακολουθούν progressive μελωδίες και καταιγιστικά post riff, σε μια εκτόνωση που θυμίζει όλους τους γνωστούς του είδους και με την φωνή του Luca De Stefano να παραπέμπει έντονα σε αυτή του Linus Jägerskog των Burst. Οι ομοιότητες με τους τελευταίους γίνονται εμφανείς ανά τα κομμάτια σε ό,τι αφορά την προσέγγιση ως προς το post τμήμα και όχι ως προς το progressive τους, στο οποίο οι Σουηδοί γίνονται χειμαρρώδεις και πολύπλοκοι. Οι Ιταλοί είναι σίγουρα προοδευτικοί, αφού η μονοτονία είναι άγνωστη έννοια γι’ αυτούς και η ποικιλία στα στιλ και τα διαφορετικά ιδιώματα πρωταρχικός στόχος τους. Κι ενώ οι κλασικές φόρμες αναπαράγονται και αναπτύσσονται, ξαφνικά σταματούν και δίνουν τη θέση τους σε αντίστοιχες γαλήνιες όπως αυτές των God is an Astronaut ή των This Will Destroy You. Η τρομπέτα που μπορεί να εμφανιστεί εκεί δίνει μια soul jazz νότα ταιριαστή για στιγμές περισυλλογής μετά αλκοόλ. Οι μίξεις που τολμούν, κάνουν το όλο εγχείρημα κάπως εξεζητημένο για όσους δεν έχουν εξοικειωθεί με ήχους αντιφατικούς μεταξύ τους και ίσως να κουράσει. Οι κιθάρες κινούνται σε απλά θέματα, όπως άλλωστε απαιτεί το post, με περισσό συναίσθημα και αντάξιες της ιστορίας αυτής της μουσικής σκηνής που δύσκολα μετρά κακές μπάντες. Ο όγκος και  ο στόμφος των σκληρών συνθέσεων κονταροχτυπιέται με τις ταξιδιάρικες και τόσο μελωδικές, για το ποιες θα επικρατήσουν ως επίγευση του δίσκου. Το ρυθμικό μέρος δίνει τον διαφορετικό και παράλληλα progressive τόνο με τύμπανα και μπάσο εξαιρετικής μουσικότητας, ανάλογα με το κάθε σημείο. Δεν καταφεύγουν σε τεχνικούς εντυπωσιασμούς, ωστόσο παίζουν δυνατά και πολύπλοκα ανά διαστήματα, με σωστούς τονισμούς και συμβάλλουν πολύ στο ύφος. Δείγμα της ιδιαίτερης φύσης τους αποτελεί το “Drifting Lights”, ένα instrumental κομμάτι με όργανα όπως μπουζούκι και ινδική τάμπλα, το οποίο παραδίδει μια ψυχεδέλεια που μοιάζει με soundtrack φώτων που κινούνται ακανόνιστα αλλά ρευστά. Μεγάλο ρόλο παίζουν τα εξαιρετικά φωνητικά τα οποία χωρίζονται σε ίσα μέρη άγριων, αρκετά hardcore και σε ιδιαίτερα καθαρά στα οποία ο De Stefano δίνει εκπληκτικές ερμηνείες πάνω σε ώριμους προσωπικούς στίχους, σαν φυσικές προεκτάσεις των τραγουδιών.

Η τελική εντύπωση, όπως είναι λογικό, εξαρτάται από τον καθένα. Οι At The Soundawn, της τελευταίας δουλειάς, όμως φανερώνουν αναμφίβολα καλλιτεχνικές ανησυχίες και παιδεία γύρω από το μουσικό φάσμα τους, που τους επιτρέπει να απαιτούν ακρόαση από όλους. Μπορεί η κατηγοριοποίηση να γίνει δύσκολα (μάλλον καλό αυτό) αλλά η περιγραφή θα μπορούσε να γίνει αναφέροντας τις επιρροές τους ή τα είδη που μπορεί να φέρουν στο μυαλό. Post, progressive, hardcore ή ψυχεδελικό rock. Όμως μόνο οι νότες θα μπορέσουν να το κάνουν σωστά κι ας αποκομίσει ο οποιοσδήποτε αυτά που θέλει από το “Shifting”. Ένα δίσκο ιδιαίτερο, λίγο σκληρό αλλά όμορφο, που εύκολα αναδεικνύει τους νεαρούς δημιουργούς του.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Behoover : Concrete Catalyst


Ένα ντουέτο από την Γερμανία κάνει την τρίτη δισκογραφική του προσπάθεια, στήνοντας ένα σκηνικό γύρω από την rock, που θα ζηλέψουν όλοι και θα φθονήσουν όσοι έχουν 4 ή 5 μέλη στην μπάντα τους. Γιατί δεν είναι δυνατόν οι Beehoover να αποτελούνται μόνο από drummer και μπασίστα – τραγουδιστή και να βγάζουν τόσο ολοκληρωμένα έργα, που άλλοι ακόμα παλεύουν να βρουν μουσικούς μήπως και τους κατέβει καμιά ιδέα παραπάνω.

Οι Γερμανοί λοιπόν κυκλοφορούν τον τρίτο τους δίσκο “Concrete Catalyst”, μετά το πολύ καλό “Heavy Zooo”, το ντεμπούτο τους “The sun behind the dustbin “ κι ένα EP, κάνοντας μία τρομερή προσπάθεια, δεδομένου ότι είναι δυάδα και δίνουν ένα εκπληκτικό progressive rock εναλλακτικής προσέγγισης.
 Το γεγονός ότι είναι μόνο δύο, δεν ήταν επιλογή τους, αλλά μια συγκυρία γεγονότων και ίσως κάποιων ιδιοτροπιών τους. Όπως λένε οι ίδιοι, ήθελαν να δημιουργήσουν ένα κανονικό συγκρότημα αποτελούμενο από κιθάρα, μπάσο, drums και φωνή, αλλά με κανέναν από τους υποψήφιους συνοδοιπόρους στο μουσικό ταξίδι τους, δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν, οπότε κατέληξαν να τα κάνουν όλα μόνοι τους. Ο Ingmar Petersen ανέλαβε το μπάσο και το τραγούδι, ενώ ενίοτε παίζει και κιθάρα και ο ClausPeter Hamisch κάθεται πίσω από τα τύμπανα ενώ βοηθάει και στα τεχνικά ζητήματα της ηχογράφησης και της μίξης, όπως λέει το βιογραφικό τους.

Με μια πρώτη επαφή με το “Concrete Catalyst” κάποιου το μάτι θα πέσει στο εξαιρετικά ενδιαφέρον εξώφυλλο, που απεικονίζει μια κατασκευή γοτθικού ρυθμού που θυμίζει καθολική εκκλησία χωρίς όμως να ξεχωρίζει η βάση, η είσοδος ή ο προσανατολισμός του. Στο εσωτερικό οι εικόνες γίνονται ακόμα πιο αλλόκοτες και τα κτίσματα μοιάζουν πιο πολύ με χάρτες ή ακόμη και σκεύη. Όλα αυτά αποτελούνται από φωτογραφίες του Wim Delvoye, ενός καλλιτέχνη που δεν έχει σχέση με τους Beehoover, αλλά δανείστηκαν μέρος από έργα του και με την βοήθεια του Malte Seidel, δημιούργησαν ένα πολύ όμορφο artwork.

Στο ακουστικό κομμάτι τα πράγματα είναι περισσότερο σαφή από ότι στο οπτικό. Καταπληκτική δουλειά στο μπάσο, που καταφέρνει και επισκιάζει την απουσία της κιθάρας, η οποία υπάρχει σε ακουστική μορφή βέβαια, δίνοντας riff εκπληκτικής απλότητας, που έχουν μια post μυρωδιά από Shora ή και Red Sparrows. Πιο επιθετικοί και καθώς διαθέτουν φωνητικά, (ενώ οι προηγούμενοι είναι ορχηστικοί) φαίνεται να χαρακτηρίζονται από έναν δυναμισμό που σπάει τις λίγες μελαγχολικές τάσεις τους και αφήνει στο τέλος μια γεύση κλασικής ροκιάς. Η νοοτροπία βέβαια είναι αρκετά προοδευτική, χάρη στις πολλές αλλαγές στο ύφος. Από απαλές μελωδίες σε παραμορφωμένο μπάσο με υψηλούς τόνους κι από prog μέρη σε άλλα που μπορεί να θυμίσουν ακόμη και Tool. Σε αυτό φυσικά συμβάλλουν τα drums του Hamisch, ο οποίος παίζει καταπληκτικούς ρυθμούς, τονίζει και γεμίζει όπου πρέπει, ενώ αφήνει τη φαντασία του να δημιουργήσει μερικά “ταιριαστά παράδοξα” και να παίξει με τους ήχους. Η φωνή του Petersen δίνει ίσως το πιο αυθεντικό στοιχείο στην μπάντα τους. Ζεστή και καθαρή, παρόλη την “βρωμιά” της, ταιριάζει απόλυτα στα ακουστικά και ήρεμα σημεία από τη μία, αλλά και στα παραμορφωμένα θέματα του μπάσου από την άλλη, όπου ίσως κάποιος να την παρομοιάσει με αυτή του Neil Fallon των Clutch. Σε ελάχιστες στιγμές μάλιστα, τα φωνητικά δίνουν ένα εξιταρισμένο έναυσμα για τα όργανα, ώστε να μπουν την κατάλληλη στιγμή και να ανεβάσουν τους τόνους, κάτι που παραπέμπει σε άλλες σκηνές. Πάθος σε κάθε σύνθεση, που φανερώνει μια αστείρευτη διάθεση για δημιουργία μουσικής και όχι απλώς ενός album, που θα τους προωθήσει βιομηχανικά.

Συναίσθημα, όπως στο post rock, εκτέλεση και τεχνική κατάρτιση υποδειγματική, όπως στο progressive, που δείχνει ότι κανένα όργανο δεν είναι συνοδευτικό, όπως πολλοί θεωρούν το μπάσο και τα drums και εν τέλει ένα σύνολο που προκύπτει από όλα τα παραπάνω δίνοντας ένα δίσκο έτοιμο να κατακτήσει όσους εκτιμούν τα πειράματα στον ήχο τους ή θέλουν το rock τους λίγο διαφορετικό.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Michael Jackson : Michael

"Michael Jackson-Forever Alive" ακούγαμε συνεχώς απ' τους fans του MJ τον Ιούνιο του 2009 ,μετά τον θάνατο του. Το γεγονός ότι θα έμενε ζωντανός στις καρδιές όλων μας  ως θρύλος και παράδειγμα ήταν αναμενόμενο. Το ότι θα μας θύμιζε την παρουσία του και μετά θάνατον ήταν μια έκπληξη. Ίσως βέβαια όχι για όλους, αφού πολλοί θα υπέθεσαν πως υπάρχουν "κρυμμένοι" MJ θησαυροί που κάποια στιγμή θα έρθουν στην επιφάνεια, αλλά το πότε δεν το ξέραμε. Έτσι, στις 14 Δεκεμβρίου έφτασε στα χέρια μας με αγάπη απ' τον παράδεισο το "Michael".Kομμάτια παλιά που μόνο ο MJ και οι συνεργάτες του γνώριζαν πότε ακριβώς δημιουργήθηκαν, με συμμετοχές Akon, Lenny Kravitz και 50 Cent.
 
Με μια τέτοια συνεργασία ανοίγει λοιπόν το album. MJ feat. Akon στο "Hοld my Hand". Ένα όραμα ενότητας για ακόμη μια φορά, με στίχους που θυμίζουν τόσο πολύ MJ. Ξεκινώντας με couple του MJ και Akon στη συνέχεια. Pop κομμάτι, που με τους ρυθμούς του και τα ηλεκτρονικά πλήκτρα, εύκολα σε πείθει ότι το δημιουργήθηκε πολύ πρόσφατα. Συνεχίζει με την ίδια groovy διάθεση και κλείνει με χορωδιακά φωνητικά και "claps". Δεύτερο κομμάτι στη λίστα, "Hollywood tonight". Αρχή του είναι μια περίεργη τελετουργική μελωδία. "Mouth-made" ήχοι και κεφάτο μελωδικό background.Γραμμένο για ένα κορίτσι που κυνηγάει την χολιγουντιανή ζωή, θυμίζει κάτι απ' το fancy fight του Βeat It. Αφού σε κάνει να κουνηθείς αρκετά στο ρυθμό του, το κομμάτι σβήνει με σφυρίγματα του δρόμου.  Η πρώτη μπαλάντα που συναντάμε- Keep Your Head Up. Ήρεμη αρχή , πλήκτρα , γλυκιά μελωδία και ο MJ μας τραγουδάει με την απίστευτη φωνή του και τη συνοδεία back-vocals μια ακόμη ιστορία που θέλει για άλλη μια φορά, ν' ανοίξουμε τα φτερά μας. Με τις κλασσικές οδηγίες προς τους μουσικούς του ανοίγει το "I like the way you love me"..Είναι ένα ερωτικό κομμάτι που ταλαντεύεται ανάμεσα σε μπαλάντα και groove, σε πιο παλιάς εποχής back-vocals και μελωδίες

Το "Monster" ανοίγει με- ποιόν άλλον- 50 Cent. Τα σπάει στην κυριολεξία, με κραυγές και ήχους από τζάμια που σπάνε. Με το Hollywood φαίνεται να τα έχουν βάλει αυτή τη φορά οι MJ και 50 Cent. Μετά τον Jackson σε πιο "απειλητικές" μελωδίες , κάπου στο 2ο λεπτό μπαίνει ο 50 Cent και στη συνέχεια τα ψηλά φωνητικά του MJ και το συνηθισμένο style με το οποίο καλύπτει τα vocals.
 Ακόμη μια pure μπαλάντα, το "Best of Joy". "We are forever" μας τραγουδάει ο MJ. "Breaking news", όλο αφιερωμένο στους paparazzi-κυνηγοί του Jackson, σε groovy ρυθμούς και πάλι, αυτή τη φορά συναντάμε και τον ήχο τρομπέτας. Το "(I can't make it)Another Day" ήδη απ' την αρχή μας προδίδει ότι έβαλε το χεράκι του ο Lenny Kravitz. Smooth κομμάτι στην αρχή, που δυναμώνει στο refrain. Λιγάκι από τις soft rock διαθέσεις του Lenny με ένα solo και δικά του φωνητικά. Και ερωτικός (ή όχι απαραίτητα) στίχος. Λίγο πριν το τέλος "Behind the Mask", λέξεις που έχουν σημαδέψει την ιστορία του Jackson.Έναρξη με χειροκρότημα αυλαίας και jazz intro, συνέχεια με beats, τη φωνή του MJ με πιο κεφάτο mood και μπόλικους ηλεκτρονικούς ήχους και ξανά jazz-trumpet solο, αλλά και ψηλά γυναικεία φωνητικά.
     
Με μια λέξη θα χαρακτήριζε ο καθένας το 10ο και τελευταίο κομμάτι του album,κι αυτή είναι "προφητικό". "Much too soon". Κλείσιμο με μπαλάντα του "Michael".Ακουστική κιθάρα , φυσαρμόνικα και βιολί, σε έναν αρμονικό και ήσυχο συνδυασμό που σε αφήνει με ένα όμορφο συναίσθημα και με στίχο που στον καθένα θυμίζει κάτι προσωπικό και διαφορετικό.
Το "Michael" θα ευχαριστήσει όλους τους fan του MJ, και ίσως λίγο παραπάνω τους r'n'b τύπους. Όμως τί κι αν ήμασταν λίγο πιο πολύ της rock, ή της metal; Όλοι θα είχαμε κάποιον δίσκο MJ στη συλλογή μας, γιατί τελικά ο Michael κατάφερε να μαγέψει ανεξαρτήτως προτιμήσεων.

Κείμενο : Β.Μ.

Return to Earth : Automata

Όταν ένα συγκρότημα είναι παντελώς άγνωστο, πρέπει να κάνει κάτι για να προωθηθεί. Να βάλει σαν στόχο ένα συμβόλαιο από μεγάλη δισκογραφική, να διαφημίσει το “προϊόν” του ή να βγάλει όποιον άλλο άσο κρύβει στα μανίκια του. Το κατά πόσο είναι σωστή αυτή η εμπορευματοποίηση της μουσικής και το κυνήγι της επιτυχίας βέβαια, είναι ένα άλλο θέμα. 

Μια νέα σχετικά μπάντα που ξέρει τι να κάνει για να προχωρήσει, είναι ένα Αμερικάνικο τρίο με το όνομα “Return to Earth”. Όνομα που παραπέμπει είτε σε άκρως οικολογικές ανησυχίες, είτε σε πεσιμιστική νοοτροπία που αφορά τον προορισμό όλων μας.
Δεν είναι τυχαίο το ότι ξέρουν πώς να κινηθούν σε επίπεδο μάνατζμέντ, αφού και οι τρεις τους φέρονται ως βετεράνοι του χώρου. Ο κιθαρίστας – μπασίστας Brett Aveni συμμετείχε σε διάφορα, μικρής εμβέλειας σχήματα, όπως και ο τραγουδιστής Ron Scalzo. Το μεγαλύτερο όνομα όμως δεν είναι άλλο από τον drummer, Chris Pennie, τωρινό μέλος των Coheed and Cambria και πρώην των The Dillinger Escape Plan, με τους οποίους απέκτησε την φήμη του ως ένας από τους νέους βιρτουόζους του σκληρού ήχου και του έδωσε παγκόσμια αναγνώριση από τους ειδήμονες αυτού του οργάνου.

Οι Return to Earth λοιπόν προσπάθησαν μόνοι τους να εκδώσουν και να προωθήσουν τον πρώτο τους δίσκο “Captains of Industry”, αλλά μάλλον τα είδαν σκούρα, οπότε στράφηκαν προς την Metal Blade (μπορεί να έγινε και το αντίθετο). Άρα, όπως καταλαβαίνετε, το δεύτερο έργο τους “Automata” έχει μια πιο τυπική αντιμετώπιση από την βιομηχανία.

Μια δουλειά ολοκληρωμένη και ώριμη από άποψη εκτέλεσης και άποψης, αλλά και σύνθεσης. Η μουσική τους δεν είναι κάποια αντιγραφή των προαναφερθέντων, αλλά κάτι το οποίο φαίνεται δουλεμένο και μοναδικό μέχρι έναν βαθμό αυθεντικότητας. Στα κομμάτια τους διακρίνονται φυσικά επιρροές, αλλά η απόφασή τους να πρωτοτυπήσουν (σε μικρό βαθμό) είναι ξεκάθαρη.
Από ελαφρύ grind σε hardcore punk και σε εναλλακτικές hard rock στιγμές που θυμίζουν κάτι από Mike Patton και Devin Townsend, κυρίως λόγω των πολύ καλών φωνητικών του τραγουδιστή και της ατμόσφαιρας που δημιουργούν. Πολλά riff της κιθάρας, καθώς και το ηχόχρωμά τους θυμίζει που και που The Dillinger Escape Plan αλλά ευτυχώς έχουν πιο προσωπικές ανησυχίες. Δεν διαθέτουν κάποια στρυφνή μελωδία, όπως οι τελευταίοι και είναι σαφέστατα πιο εύκολοι σαν άκουσμα. Τα γυρίσματα σε εναλλακτικές καταστάσεις φέρνουν στο νου την ιδιαίτερη μπάντα του Townsend με θέματα βαρύγδουπα και αέρινα ταυτόχρονα. Κάποιοι θα μπορούσαν να διακρίνουν ομοιότητες ακόμη και με τα ήρεμα τραγούδια των In Flames σε λίγα σημεία ανά το δίσκο.

Τα drums με τους δυναμικούς τονισμούς του στα blast beats, τα κάνουν να φαίνονται σαν διαφορετικοί ρυθμοί και τα μετατρέπουν σε progressive. Μεγάλος drummer ούτως ή άλλως ο Pennie επιδεικνύει για άλλη μια φορά το ευρύ φάσμα του, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει όπως στις παλαιότερες δουλειές του. Το παίξιμό του είναι πιο απλό αλλά ξέρει τι πρέπει να κάνει για να ταιριάζει στο συγκεκριμένο δίσκο. Υπάρχουν στιγμές στις οποίες “ξεφεύγει” με τρελά γεμίσματα και ταχύτητες τις οποίες χειρίζεται με τέτοια ευκολία που τονίζει ό,τι θέλει, προσδίδοντας την απαραίτητη διαφορετικότητα που απαιτεί η μπάντα. Τα πλήκτρα προσθέτουν πολλά σε μια ατμόσφαιρα που θέλει να μοιάσει πιο alternative ή και ψυχεδελική και τα καταφέρνουν αρκετά καλά, όπως στο “So Close” με το αιθέριο πιάνο πάνω από τα υπόλοιπα όργανα. Εξαιρετικός ο Ron Scalzo, διαθέτει μεγάλη γκάμα στη φωνή του. Από τα εξιταρισμένα για επανάσταση hardcore punk, στα καθαρά του στυλ Patton και Townsend, χωρίς βέβαια τις υψηλές τους νότες. Αν οι στίχοι τους δε, ήταν πιο πολιτικοποιημένοι αντί για προσωπικοί, οι απανταχού “πάνκηδες” θα έβρισκαν ένα νέο soundtrack για να τα “σπάνε” σε πάρτι και συναυλίες.

Εν κατακλείδι το “Automata” είναι μια προσπάθεια που αξίζει ακροάσεις από πολλούς. Διαθέτει ταχύτητα, επιθετικότητα, μελωδίες και ατμόσφαιρα σε ποσότητες ίσες μεταξύ τους και καθώς μπορεί να ακουστεί από όλους τους ροκάδες, δείχνει μια αντίληψη γύρω από έναν ήχο που θέλει να παρουσιάσει ένα άλλο πρόσωπο, πιο εναλλακτικό, στους οπαδούς του σκληρού, ή ένα πιο επιθετικό σε αυτούς του κλασικού.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάνης