Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Pain of Salvation - Road Salt One



Μετά το Scarsick (2007) οι Pain Of Salvation, κυκλοφόρησαν το νέο τους album τον Μάιο του 2010 με τίτλο “Road Salt One ”.Αυτή τη φορά οι POS κατέφυγαν σε ένα πολύ διαφορετικό style σε σχέση με τα προηγούμενα albums, κρατώντας πάντα μια επαφή με τα πιο μόνιμα χαρακτηριστικά τους. Εδώ τα φωνητικά του Daniel Gildenlöw και η δυναμικότητα της μουσικής τους φαίνεται να κατευνάζουν, μεταδίδoντας μια διαφορετική ενέργεια απ' ότι συνήθως. Τα πλήκτρα τους κάνουν κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους και οι κιθάρες τους υιοθετούν έναν πιο σκληρό τόνο.

Τα blues-rock του 70 εμφανίζονται σε αρκετά κομμάτια του Road Salt, που συνδέονται τέλεια με τη φωνή του Gildenlöw , γιατί όπως φάνηκε μπορεί να ερμηνεύσει και αυτό το είδος. Το “No Way”, πρώτο κομμάτι αποτελεί ένα απ' αυτά. Ακόμη, κάποια κομμάτια θυμίζουν κάτι πιο “epic”, που μας κατεβάζει σε κάτι πιο σκοτεινό και μελαγχολικό. Το “Sleeping under the stars” δεν γίνεται να μην τραβήξει την προσοχή- μουσική που θυμίζει ταινία του '60 και έξυπνο στίχο που θίγει τον τρόπο που τα fan-girls, αντιμετωπίζουν τους rock stars. Σε μερικά τραγούδια έχουμε πιο σκληρό rock ήχο και τις άγριες κραυγές που όντως, θυμίζουν POS. Το ερωτικό στοιχείο διατηρείται σε πολλά απ' τα κομμάτια. Προς το τέλος, γίνεται κατανοητό, γιατί διάλεξαν αυτόν τον τίτλο για το album. Το ομώνυμο κομμάτι “Road Salt ” είναι ένα πολύ όμορφο κομμάτι που ξεχωρίζει. Με ήχο εντελώς δικό τους, πλήκτρα σε μια παραμυθένια και γλυκιά μελωδία και στίχο παρηγορητικό και σκεπτικιστικό.

Το Road Salt One απολαμβάνεται μουσικά και στιχουργικά, καθώς οι Pain Of Salvation καταφέρνουν να μας συνεπάρουν κατά τη διάρκεια του δίσκου, αλλάζοντας τη διάθεση μας όπως αυτοί θέλουν και φέρνοντας μας κοντά σε πολλά συναισθήματα.

Κείμενο : Β.Μ.

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

VIZA – Made In Chernobyl





























Λίγες εβδομάδες πριν από την επίσκεψη του Serj Tankian στην Ελλάδα και την εμφάνισή του στη Μαλακάσα νιώθω την μεγάλη ανάγκη να γνωρίζω το support που θα ανοίξει εκείνη τη βραδιά. VIZA πληροφορούμαι για το όνομα, και κάτι άλλα ψιλά σχετικά με τη σύνθεση: Αρμένιοι στην πλειοψηφία τους και ένας Έλληνας εξ Αμερικής μπροστά από το μικρόφωνο. Τίποτα άλλο…

Θέλω και αλλά από περιέργεια και με ένα πρόχειρο ψάξιμο πέφτω πάνω σε ένα βιντεάκι και στη θέση του τίτλου διαβάζω: “Viza - I'm Jealous” – Ζηλεύω… και το τραγούδι ξεκινά, και μια ξένη εκδοχή του «Ζηλεύω, ζηλεύω εσένα που αγαπάω και λατρεύω…» του Μαζώ να ακούγεται μαζί με μια σειρά από φωτογραφίες της μπάντας να ξεδιπλώνονται κατά τη διάρκεια. Και σταματάω. Όχι, δεν υπάρχει κανένα κακό συναίσθημα ως προς αυτό που άκουσα επειδή αυτή η διασκευή δεν εφαρμόζει με τα δικά μου ακούσματα και άλλα τέτοια, άλλωστε δεν κάθισα περαιτέρω να ακούσω άλλο και να το ψάξω. Απλά σταμάτησα.

Η 17η του Αυγούστου που θα έρθει με φέρνει στο Terra Vibe της Μαλακάσας με μια μικρή απορία για το τι θα ακούσω και θα δω όταν θα αρχίζει η συναυλία. «Η αυλαία ανοίγει» και τα 9 μέλη της μπάντας καλύπτουν όλη την σκηνή αφήνοντας λίγα μόλις μέτρα επιφάνειας ελεύθερα και σε λίγα δευτερόλεπτα μια μεγάλη έκπληξη είναι σε εξέλιξη. Οι Viza διαψεύδουν (κυρίως εμένα) εκείνη τη νύχτα και χαρίζουν ένα γλέντι από πολυπολιτισμικά στοιχεία και από μελωδίες και ρυθμούς που ξεσηκώνουν. Εκείνη τη βραδιά έπαιξαν κομμάτια κυρίως από τη νέα τους δουλειά μεταφέροντας το μήνυμα του καινούριου Made In Chernobyl. Το άκουσα λοιπόν και το μοιράζομαι:

H ποικιλία στη μελωδία είναι αυτό που χαρακτηρίζει όλο το album. Γρήγοροι ρυθμοί και Trans-Siberian Standoff για έναρξη με μια μικρή τραγουδιστική εισαγωγή του Κ’noup Tomopoulos και στη συνέχεια πένα που ξύνει τη χορδή με μεγάλη ταχύτητα. Τουμπερλέκι και κιθάρες που τρέχουν. Σαν δεύτερο κομμάτι μας δίνουν το “My Mona Lisa” Ένα τραγούδι που σε κερδίζει αμέσως αφού ακουστεί για εισαγωγή η ηλεκτρική κιθάρα του Αρμένιου Shant Bismejian με τη συνοδεία από το τουμπερλέκι του Chris Daniel, ο τρελάρας με τη μοϊκάνα που έτρεχε πάνω κάτω στη σκηνή και αφού έπαιζε λίγο από τις χορδές του μπασίστα και λίγο από τα πιατίνια του ντράμερ καθότανε και έπαιρνε το τουμπερλέκι του. Όλα αυτά στην εισαγωγή με αυτήν την ανατολίτικη μελωδία να ντύνεται έπειτα με όλα πια τα όργανα και να παίζει σε ροκ ύφος ως το τέλος. Την βοήθεια του στον Κ’noup δίνει τραγουδώντας και ο κιθαρίστας με το τσιγκελωτό μουστάκι Orbel Babayan.

Υπάρχει πιθανότητα εδώ με ένα πρώτο άκουσμα να παρεξηγηθεί αυτή η εισαγωγούλα αλλά και σε άλλα τους τραγούδια πολλά μέρη που θυμίζουν ολίγον τι από μπουζουκοτσιφτέτελο (θα πει κανείς). Όλα αυτά είναι έντονα αλλά καλό είναι πολλές φορές να κοιτάμε και τα δεδομένα που υπάρχουν εδώ: 9 μουσικοί που ενώνονται και καταθέτουν τις μουσικές αναζητήσεις τους με πολλές εμπειρίες από κουλτούρες λίγο από Ανατολή και κάτι από Βαλκάνια και ως και Ελλάδα και ύστερα πέρα από τον ατλαντικό στην Καλιφόρνια. Αναμεμιγμένα ήθη και αναζητήσεις πολλών ανθρώπων που απαρτίζουν τους Viza.

Το τρίτο κομμάτι είναι το “Viktor” και εδώ είναι που δίνει τη βοήθειά του ο Serj Tankian. Τρέλα, κραυγές και μακρόσυρτες κορόνες είναι κάποια από αυτά που έκανε με τους S.O.A.D και συνεχίζει να κάνει στο σόλο ταξίδι του. To τέταρτο κατά σειρά κομμάτι έιναι το It’s All Wrong και εδώ ακούμε στην εισαγωγή και τα πνευστά σε ένα μικρό μελωδικό κομμάτι 23 δευτερολέπτων. Η μουσική δυναμώνει και το It’s All Wrong που είναι από τα Ηit κερδίζει τις εντυπώσεις.
Ο Knou’p Tomopoulos παρόλο που υστερεί σε φωνητική καλλιέργεια, δεν είναι δηλαδή ο frontman της κορόνας και της υψηλής νότας παρόλα αυτά η χροιά του επιβάλλεται και είναι προσιτή. Μια μπάσα φωνή που έχει την δυνατότητα να αλλάζει με τις περιστάσεις του τραγουδιού. Να γλυκαίνει φαλτσάροντας και άλλες φορές να σκληραίνει υποστηρίζοντας με ωραίο τρόπο τον ρόλο που του έχει ανατεθεί να υποδυθεί.
Στο Dynamite που ακολουθεί δεν μπορώ να μην πω ότι η εισαγωγή του παραπέμπει λίγο σε Μπόμπ σφουγγαράκη αλλα ότι ακολουθεί δείχνει την σαφή επιρροή τους από System Of A Down παρατηρώ, και δικιά μου η αμαρτία. Το Napoleon Complex και The Uzbek Brothel ακούγονται με τη σειρά που αναφέρονται μέχρι να φτάσουμε σε ένα slow κομμάτι, το Sans Red. Εδώ όλα τώρα κινούνται αργά, σε μια ethnik βάση με τα φωνητικά να σιγοψιθυρίζονται με μικρές δόσεις φάλτσου Tomopoulos που δεν κουράζουν. Με το What if που φέρνει όλους τους μουσικούς της μπάντας να συνοδεύουν σε χορωδιακά cressentos τον τραγουδιστή στα refrain ως και τον επίλογο. Μια θλίψη από μια κιθάρα να συνοδεύει σε couple και solos παραπονιάρικα. Και το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου για το τέλος που με αυτό συμπληρώνεται μια προσπάθεια σε 39 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα που μόλις τελειώσει σου αφήνει μια διάθεση ότι τελικά πέρασες καλά. Στους Viza διακρίνονται επιρροές πολλές. Ίσως αυτές που θα μπορούσαν να προσωποποιηθούν με όνομα όπως αυτό των Gogol Bordello ή και αυτές που θα μπορούσαν να αποδοθούν από την Ελληνική και Αρμένικη κουλτούρα, γιατί όχι και δυτική.

Οι Viza εκπλήσσουν αλλά δεν πρωτοεμφανίζονται. Έχουν 5 δουλειές από το 2001 και το Made In Chernobyl ίσως αποτελέσει τον τροχό που θα τους κάνει να πάνε λίγα μουσικά μέτρα παραπάνω.


Κείμενο: Θανάσης Καμπάνης

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Linkin Park - A Thousand Suns


Αυτή είναι η 4η σε σειρά στούντιο δουλειά των αμερικανών Linkin Park μέσα στα  τελευταία 9 χρόνια από τότε που ξεκίνησαν . Μετά από 3-4 ακροάσεις  μπορώ να πω ότι έχουν σίγουρα ξεφύγει από τον ήχο που είχανε όταν βρέθηκαν στο προσκήνιο . Αν τα 2 πρώτα τους άλμπουμ έχουν μια nu-metal  χροιά και το 3ο τους (Minutes To Midnight) είναι περισσότερο  κιθαριστικό με τα samples να  έχουν σχεδόν εξαφανιστεί , εδώ στο ‘’A Thousand Suns’’ φαίνεται να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.  Οι κιθάρες είναι λιγότερο εμφανείς και τα sample έχουν πιο πρωταγωνιστικό ρόλο. Για να καταλάβετε τι εννοώ πάρτε για παράδειγμα τα ‘’Shadow of the day’’ , ‘’Hands Held High’’ , ‘’In Between ’’ (όπου και αυτά είναι  από το ‘’Minutes To Midnight’’ αλλά τα οποία αποτελούν την εξαίρεση συγκριτικά με τα υπόλοιπα).  Στο νέο δίσκο λοιπόν έχουμε να κάνουμε με συνολικά με 15 κομμάτια εκ των οποίων τα 6 είναι μικρές γέφυρες ώστε κατά κάποιο τρόπο όλα τα ενώνονται και να αποτελέσουν ένα ολοκληρωμένο σύνολο από την αρχή ως το τέλος. Στο πιο ουσιαστικό κομμάτι τώρα που έχει να κάνει με τον ήχο , μην περιμένετε όπως σας ανέφερα και παραπάνω τα κλασσικά στοιχεία που μας είχανε συνηθίσει με τα ‘’Hybrid Theory’’  και ΄΄Meteora’’  . Είναι πιο ηλεκτρονικός και πιο ‘’ποπ’’ ο ήχος εδώ και  η φωνή του Chester Bennington σαφώς πιο ήπια από ποτέ (με εξαίρεση τα ‘’The Catalyst’’, ‘’Blackout’’, ‘’Wretches And Kings’’). Σίγουρα έχει ήδη διχάσει, ειδικά όσους περίμεναν ένα δίσκο κοντά στον ήχο του ‘’New Divide’’ που είχαν κυκλοφορήσει πέρυσι για το sequel της ταινίας των Transformers.  Τώρα αν αυτή η δουλειά είναι απλά πειραματική ή θα συνεχίσουν σε αυτά τα μουσικά μονοπάτια , θα μας το δείξει μόνο ο χρόνος. Κορυφαίες στιγμές του δίσκου , τα’’ Waiting For The End’’ , ‘’The Catalyst’’ και‘’Wretches And Kings’’ .  Προσωπικά θα προτιμήσω να ξαναβάλω το Hybrid Theory να παίξει στο media player μου για να μην ξεχάσω αυτά που ήξερα. 

Κείμενο : Πέτρος Μελίδης

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Cherries On A Blacklist - Lakafigo




Μουσικά θυμίζει στιγμές των 90's δεμένες με ατμοσφαιρικά στοιχεία.Όμως περιέχει ένα μεγάλο μουσικό και ηχητικό εύρος και γι'αυτό είναι δύσκολο να δοθεί ένας συγκεκριμένος ορισμός στο σύνολικό του style. Οι απόψεις των Cherries αποτυπώνονται έντονα στα κομμάτια τους,τα οποία έχουν μια προφανή τάση ν'αφυπνήσουν. Χρησιμοποιούν θεατρικότητα στις φωνές και το ύφος τους, ενώ μια ιδιαίτερη ειλικρίνια χαρακτηρίζει τους στίχους. Το μεγαλύτερο μέρος του album είναι γραμμένο στ'αγγλικά . Όμως! Περιέχει γερμανικά, ισπανικά και ελληνικά, σε στίχους ή και σε ολόκληρα κομμάτια.
Όλο τα κομμάτια έχουν κάτι ιδιαίτερο, αλλά το μεγάλο “μπαμ” κάνουν το “Monkey” και το “India, Me, Enio, Peru”-ό,τι πιο απρόβλεπτο γι'αυτόν τον δίσκο.


Παραγγελίες για το Lakafigo γίνονται μέσα απ' το myspace των Cherries On A Blacklist:
http://www.myspace.com/cherriesonablacklist

Κείμενο : Β.Μ.

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Apocalyptica – “7th Symphony”




Οι Apocalyptica εδώ και 14 χρόνια αποτελούν ένα πρωτοποριακό συγκρότημα, αφού είναι εισηγητές του Cello Metal, ένα είδος που, πριν απο την ύπαρξη των Apocalyptica, δε θα φανταζόμασταν πως θα μπορούσε να υπάρξει. Το “7th Symphony” επιβεβαιώνει την ικανότητα των Apocalyptica να προσαρμόζουν τον ήχο των cellos σε οποιοδήποτε είδος metal, και όχι απαραίτητα μόνο στο symphonic metal. Με μια λέξη: πολυδιάστατο (χωρίς αυτό να σημαίνει κουραστικό). Ενδιαφέρουσες συνεργασίες όπως ο Gavin Rossdale (Bush), η Lasey Mosley (Flyleaf), ο Brent Smith (Shinedown), ο Joe Duplantier (Gojira) –μεγάλη έκπληξη-, και ο Dave Lombardo (Slayer) αποτελούν το μεγαλύτερο ατού του δίσκου.
Συγκεκριμένα, to “7th Symphony” ανοίγει με ένα 7λεπτο ορχηστρικό κομμάτι, “At the gates of Mandala”, ένα κλασσικό κομμάτι Apocalyptica, με χαρακτηριστικά δυναμικά solo των cellos. Στη συνέχεια, το “End of me” με τον Gavin Rossdale, που αποτελεί το πρώτο single του δίσκου, και το “Not Strong Enough” με τον Brent Smith, είναι τα πιο «ραδιοφωνικά» κομμάτια του δίσκου, θυμίζουν πολύ το “Im no Jesus” με τον Corey Taylor: οργισμένοι στίχοι, δυνατά ρεφρέν και «πιασάρικος» ρυθμός! Όσο για το “2010” με τον Dave Lombardo στα drums, δεν αμφιβάλλω πως και οι Apocalyptica και ο Lombardo δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Αλλά! Ο ήχος θυμίζει Slayer, με τα cellos να προσπαθούν να επιβληθούν και έτσι το αποτέλεσμα που βγαίνει είναι...υπερβολικό, θαμπό και ίσως κουραστικό. Κάνοντας μια στάση στο «όμορφο» σημείο του δίσκου, το “Beautiful”, ένα ήρεμο instrumental κομμάτι, περνάμε στο “Broken pieces” με την Lasey Mosley που κυριολεκτικά, είναι το άκρως αντίθετο απ’ότι έχουμε ακούσει ως τώρα σε αυτό το cd: alternative metal”, με αρκετά αμερικάνικο ήχο και αποτελεί ίσως το πιο αταίριαστο κομμάτι μέσα στον δίσκο. Η έκπληξη του δίσκου είναι η συνεργασία με τον Joe Duplantier, ένα εξαιρετικό πάντρεμα του thrash με τα cellos. Όσο για τα instrumentalOn the rooftop with Quasimodo”, “Sacra” και “Rage of Poseidon”, οι Apocalyptica δείχνουν για ακόμη μια φορά την συνθετική τους ικανότητα, με τον μεταλλικό ήχο των cellos να κόβει την ανάσα. Το “7th Symphony” σε γενικές γραμμές είναι ικανοποιητικό, όμως θα μπορούσαν και καλύτερα!

Κείμενο : Δέσποινα Δευτεραίου

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Tristania - Rubicon




Το “Rubicon” αποτελεί το 6ο άλμπουμ των Νορβηγών Tristania, και το 1ο που κυκλοφορούν με τη νέα τραγουδίστρια, Mariangela Demurtas. Η πρώτη αίσθηση που αφήνει το άλμπουμ είναι πως οι Tristania προσπαθούν να κινηθούν σε πιο εμπορικούς ρυθμούς, αρκετά μελωδικούς και λυρικούς, αλλά σίγουρα υποδεέστερους απ’ότι μας έχουν συνηθίσει στο παρελθόν.Σε αυτό το άλμπουμ διακρίνεται μια προσαρμογή του ήχου στις φωνητικές δυνατότητες της Demurtas, χωρίς όμως αυτό να επηρρεάζει την ταυτότητα των Tristania. Η ατμοσφαιρική alto φωνή της Mariangela Demurtas δίνει μια σκοτεινή αίσθηση στην μουσική των Tristania, αλλά πιθανόν θα διχάσει τους fans, καθώς είναι πολύ διαφορετική από την φωνή της προηγούμενης soprano τραγουδίστριας, Vibeke Stene. Ως προς τα ανδρικά φωνητικά, τα brutal έχουν περιοριστεί κατά πολύ ενώ υπάρχουν περισσότερα «καθαρά», κάτι που εντείνει την gothic-λυρική ατμόσφαιρα του άλμπουμ, ενώ παράλληλα το κάνει πιο «εύπεπτο» σε ευρύτερη μερίδα του gothic κοινού.
Η αλήθεια είναι πως το “Rubicon” δεν εντυπωσιάζει ιδιαίτερα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες συνθέσεις που ακούγονται ευχάριστα, χωρίς όμως να μένουν. Οι λίγες καλές στιγμές του είναι το “Year of the Rat” που ανοίγει δυναμικά και εντυπωσιακά τον δίσκο και αποτελεί και από τα πιο γρήγορα κομμάτια του. Το “Amnesia” επίσης, με το εκπληκτικό solo βιολιού προς το τέλος να δίνει μια πιο δραματική νότα. Τέλος, το Protection”, ίσως το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, με την gothic μελαγχολική μελωδία του κομματιού, η οποία δένει με την ζεστή και συναισθηματική φωνή της Demurtas.

Κείμενο : Δέσποινα Δευτεραίου