Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Crystal Stilts : In Love With Oblivion (Slumberland 2011)


Το 2008 αυτή η απίστευτη μπάντα από το Brooklyn κατάφερε να δημιουργήσει αίσθηση στη μουσική κοινότητα με το ντεμπούτο της "Αlight of Night". Όλη η ψυχεδέλεια των 60's συνδυασμένη με την σκοτεινή ατμόσφαιρα του new wave των 80's είχε αποτυπωθεί σε ένα και μόνο άλμπουμ και αυτό με τίποτα δεν μπορούσε να περάσει αδιάφορο. Πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια και οι Crystal Stilts επιστρέφουν δισκογραφικά με ένα άλμπουμ που έρχεται να συνεχίσει το έργο του προκατόχου του, πηγαίνοντας μάλιστα τον ήχο τους ένα βήμα παραπέρα (πράγμα που οφείλεται κυρίως στην σαφέστατα πιο βελτιωμένη παραγωγή του άλμπουμ).

Το άλμπουμ ανοίγει με το "Sycamore Tree". Ο διαπεραστικός ήχος της farfissa συνοδεύει τις βαριές κιθαριστικές μελωδίες την ίδια στιγμή που ο τραγουδιστής Brad Hargett ακούγεται σαν βάρδος μιας άλλης εποχής. Συνέχεια με το "Through the Floor" το οποίο μου έφερε αμέσως στο μυαλό τις μπάντες του Αμερικάνικου surf της δεκαετίας του '60. Fuzzy ήχοι και όχι ιδιαίτερα περίπλοκες μελωδίες συνθέτουν ένα αποτέλεσμα το οποίο δυστυχώς δεν πετυχαίνει να κινήσει το ενδιαφέρον του ακροατή. Κάτι τέτοιο όμως πετυχαίνει το "Silver Sun" που ακολουθεί. Ψυχεδελική rock στην καλύτερη έκφανση της και ένα τραγούδι που σε παρασύρει! Στο ίδιο ψυχεδελικό μοτίβο και το "Alien Rivers" που θυμίζει έντονα τον ήχο που αναπτύχθηκε στην Καλιφόρνια του LSD και της κάνναβης την δεκαετία του '60.Το "Half a Moon" με το εξαιρετικό lead κιθαριστικό κομμάτι του είναι ένα τραγούδι που μας μεταφέρει στο κλίμα του πρώιμου rock ήχου των αρχών της δεκαετίας του '50.Στο "Flying Into the Sun" μεταφερόμαστε στην ραδιοφωνική pop των 60's σε ένα τραγούδι που είτε σου αρέσει είτε σου είναι παντελώς αδιάφορο.

Καθόλου αδιάφορο όμως δε σε αφήνει το "Shake the Shackles",το οποίο δίχως υπερβολή είναι το καλύτερο τραγούδι αυτής της κυκλοφορίας. Γρήγορος ρυθμός, εξαιρετική μελωδία κι ένας Hargett που δίνει ένα πραγματικό ερμηνευτικό ρεσιτάλ (αν και πολύ θα υποστηρίξουν πως περισσότερο μουρμουρίζει παρά τραγουδά).Το "Precarious Stair" αν εξαιρέσουμε τα φωνητικά θα πίστευε κάποιος πως είναι κάποιο τραγούδι των Beach Boys. Όμορφο, αν και γλυκανάλατο, σίγουρα ξυπνά αναμνήσεις. Συνέχεια με το "Invisible City" όπου 60's και 80's περιπλέκονται σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον που αν το μελετήσει κάποιος και στιχουργικά καταλαβαίνει καλύτερα τι σκοτάδι πραγματικά κρύβει. Στην προτελευταία στροφή αυτού του άλμπουμ συναντάμε ένα ακόμα διαμάντι. Το "Blood Barons" ξεπηδά απευθείας από τα Τεξανικά ψυχεδελικά 60's και σε παρασέρνει απευθείας στο ρυθμό του. Γρήγορος ρυθμός, και ο ήχος της farfissa στο background σε ταξιδεύουν με κάθε πιθανή και απίθανη έννοια. Σε κάνει πραγματικά να αναρωτιέσαι αν ο Hargett είναι κάποια μετενσάρκωση του μακαρίτη του Morrison (πόσο ιερόσυλο ακούστηκε αυτό;).Το άλμπουμ κλείνει με το "Prometheus at Large" ένα εκπληκτικό τραγούδι το οποίο όμως κατάφερε να με μπερδέψει. Ενώ έχει διάχυτη την αλήτικη garage διάθεση έχει αυτό το διαολεμένο πιανιστικό μέρος σε όλη τη διάρκεια του που με παραξενεύει. Εφιαλτικό, δυναμικό και σίγουρα μέσα στις λαμπρές στιγμές αυτής της κυκλοφορίας παρόλα αυτά!

Οι Crystal Stilts δεν έχουν κρύψει ποτέ τις επιρροές του και για μια ακόμα φορά τις επιδεικνύουν υπερήφανα. Καταφέρνουν και πάλι να κυκλοφορήσουν ένα καλοδομημένο άλμπουμ που ενώ έχει δουλευτεί φανερά πολύ ακούγεται ωμό και πρωτόγονο (η lo-fi παραγωγή βοηθά τα μέγιστα). Έχουν τρομερό ταλέντο και μοιάζουν αν μην τους ενδιαφέρει το πως θα τους αξιολογήσει η μουσική βιομηχανία. Ροκάρουν με τον τρόπο που γουστάρουν και σίγουρα έχουν δημιουργήσει ένα φανατικό πυρήνα οπαδών. Το "In Love With Oblivion" αν και βουτηγμένο στο σκοτάδι καταφέρνει να φανερώσει το υπέρλαμπρο φως μιας χαρισματικής μπάντας! Αξίζει με τα χίλια να αφιερώσει κανείς χρόνο στο να ακούσει αυτό το απίστευτο άλμπουμ!

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Moon Duo : Mazes (Souterrain Transmissions 2011)


Οι Moon Duo μπορεί να είναι άγνωστοι σε κάποιους οπότε ας κάνουμε τις απαραίτητες συστάσεις. Πρόκειται για το ντουέτο του κιθαρίστα των Wooden Shijps, Eric "Ripley" Johnson και της keyboard-ιστριας Sanae Yamada. Δημιουργήθηκαν στο San Francisco το 2009 και αφού κυκλοφόρησαν δύο εκπληκτικά ΕΡ, τα "Killing Time" (2009) και "Escape" (2010),κατάλαβαν πως ήρθε η ώρα να παρουσιάσουν στο κοινό ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ γεμάτο με την δική τους εκδοχή της ψυχεδελικής rock που μας πλασάρουν τα τελευταία δύο χρόνια!

Αυτό ακριβώς κάνουν με το ντεμπούτο ουσιαστικά, άλμπουμ τους Mazes και μάλιστα το κάνουν στηριζόμενοι σε μια πολύ απλή ηχητική φόρμα. Η Yamada εξαπολύει ένα επαναλαμβανόμενο κύμα synth ήχων την ίδια ώρα που ο Johnson οργιάζει κυριολεκτικά με την κιθάρα του σε ένα κρεσέντο παραμορφωμένων ψυχεδελικών κιθαριστικών solos που συνοδεύονται από εξίσου σχιζοφρενικά φωνητικά!

Το άλμπουμ ξεκινά με το "Seer" και οι άγριες προθέσεις της μπάντας γίνονται αντιληπτές από πολύ νωρίς.Garage διάθεση στα κιθαριστικά μέρη και synths που σου δίνουν την αίσθηση ότι είσαι καθισμένος από ένα διαρκώς κινούμενο vertigo δημιουργούν ένα αποτέλεσμα ικανό να σε στείλει στο διάολο. Πραγματική ψυχεδέλεια που σε καυλώνει από πολύ νωρίς για την συνέχεια! Η συνέχεια δίνεται με το εξαιρετικό "Mazes". Στυλ και μελωδία ολοκληρωτικά διαφοροποιημένα, αλλά η γοητεία του ήχου παραμένει αναλλοίωτη. Υπέροχη μελωδία και φωνητικά που απλά υπάρχουν για να συμπληρώσουν το όμορφο αποτέλεσμα συνθέτουν ένα τραγούδι που σε ταξιδεύει! Το "Scars" που ακολουθεί είναι σίγουρα πιο ηλεκτρονικά προσανατολισμένο με κάποια bluesy κιθαριστικά μέρη να τους προσδίδουν μια extra σαγήνη! Με το "Fallout" οι Moon Duo δείχνουν πραγματική διάθεση να ροκάρουν. ένα τραγούδι που σε ξεσηκώνει, με κιθαριστικό ρυθμό που αν και δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, είναι ικανός να ξεσηκώσει τον ακροατή!

Το δεύτερο μισό του άλμπουμ ξεκινά με ένα "When you Cut" που δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι στάζει καύλα! Με μια μικρή πινελιά από 60's αίσθημα και με πολύ δυνατό κιθαριστικό μέρος σε παρασέρνει πολύ εύκολα στο ρυθμό του (και πιστέψτε με πως με την κατάλληλη διάθεση σε εξωθεί και σε άλλες γαργαλιστικές "ακρότητες").Το "Run Around" που ακολουθεί κρύβει μια τρομερά ευχάριστη "διαστροφή". Ρυθμός που γκαραζάρει απίστευτα και φωνητικά που παραπέμπουν απευθείας στον Alan Vega. Βέβαια η γενικότερη αίσθηση ότι οι Suicide είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνοι γι αυτό το τραγούδι υπάρχει, αλλά το εξαιρετικό αποτέλεσμα είναι που μετράει! Λίγο πριν το τέλος το "In the Sun" μας επαναφέρει και πάλι στον κόσμο της ψυχεδέλειας. Μονότονη κιθάρα και ο ήχος της farfissa από πίσω να δίνει τα απαραίτητα γκάζια σε ένα τραγούδι φωτιά! Φωτιά που βέβαια μοιάζει σπίθα μπροστά στο "Goners" που κλείνει την συγκεκριμένη κυκλοφορία! Άψογο σε όλα του. Συνθετικά, ηχητικά, συναισθηματικα, σε στεναχωρεί μόνο για το γεγονός ότι είναι το τελευταίο που θα ακούσεις. Κατά τα άλλα η κατάσταση έχει ξεφύγει!

Αν οι Moon Duo είχαν χαζέψει κόσμο με τα ΕΡ τους, με αυτό το άλμπουμ έρχονται κυριολεκτικά να βγάλουν νοκ-άουτ και τους πιο δύσπιστους! Δείχνουν πως όταν πραγματικά γουστάρεις να ροκάρεις, μπορείς να το κάνεις πάρα πολύ απλά, δημιουργώντας απλές μελωδίες και solos που κυριολεκτικά σε φτιάχνουν! Δεν χρειάζεται λοιπόν πολύ σκέψη. Πατάς το repeat και ξαναζείς τη μαγεία!

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Vivian Girls : Share the Joy (Polyvinyl Record Co. 2011)


Στα δύο πρώτα τους άλμπουμ οι Vivian Girls έμοιαζαν απλά με μια μπάντα που βάζει τα όργανά της στην πρίζα και ροκάρει! Το αποτέλεσμα μπορεί να ήταν συμπαθητικό, καθώς οι πιασάρικες garage μελωδίες τους άρεσαν σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήταν ενδεικτικό των δυνατοτήτων τους. Έτσι στην τρίτη του προσπάθεια, που φέρει τον τίτλο "Share the Joy" και κυκλοφορεί στις 12 Απριλίου, το τρίο από το Brooklyn αποφάσισε να γίνει πιο μεθοδικό και πιο ώριμο μουσικά.

Σε αυτή τη δουλειά η αλλαγή προς το καλύτερο για την μπάντα είναι εμφανέστατη. Χωρίς να εγκαταλείπουν τις garage επιρροές τους, συνθέτουν μελωδίες που αυτή τη φορά είναι πολύ πιο ορθά δομημένες, δίνοντας βάση και στην παραμικρή λεπτομέρεια!

Ο δίσκος ξεκινά με το "Τhe Other Girls",ένα πολύ όμορφο και μελωδικό τραγούδι που φέρνει στο μυαλό τον ήχο που είχαν οι γυναικείες pop μπάντες των 60's. Ένα ξεκίνημα που σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αδιάφορο. Η συνέχεια έρχεται με το "I Heard you Say" που πάνω κάτω κινείται στο ίδιο μουσικό μονοπάτι. Με διάθεση σαφώς πιο ταξιδιάρικη και με την Cassie Ramone να είναι εξαιρετική στην ερμηνεία της το τραγούδι αυτό έχει μια πολύ ευχάριστη αύρα(εξάλλου γι' αυτό και επιλέχθηκε να αποτελέσει το lead single αυτής της κυκλοφορίας).Προχωρώντας έχουμε το "Dance (If you Wanna)". Πιο γρήγορο στο ρυθμό του, αλλά με την ίδια "παλιομοδίτικη" αισθητική διατηρεί το ενδιαφέρον για ακρόαση αμείωτο! Τέταρτο στη σειρά το "Lake House" ένα ακόμα γρήγορο σε ρυθμό τραγούδι το οποίο όμως χωρίς να είναι κακό δεν εντυπωσιάζει και τόσο. Φτάνοντας στη μέση του άλμπουμ έρχεται το "Trying to Pretend". Οι κιθάρες γίνονται πιο αιχμηρές, το drumming πιο "στρατιωτικό" και συνδυασμό με την κοφτή ερμηνεία δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που προκαλεί ενδιαφέρον με την διαφορετικότητα του.

Το δεύτερο μισό του άλμπουμ ξεκινά με το εξαιρετικό "Sixteen Ways". Ένα τραγούδι που σε αρπάζει από το πρώτο δευτερόλεπτο και σε ξεσηκώνει με τον εξαιρετικό ρυθμό του. Ακολουθεί το "Take it as it Comes" το οποίο μας επαναφέρει στο 60's συναίσθημα και το οποίο βάζω στοίχημα θα γίνει από τα highlights των ζωντανών τους εμφανίσεων. Το "Vanishing of Time" σε παρασύρει. Με έντονο μπάσο και με αρκετά ψυχεδελικά περάσματα στις κιθάρες σε κάνει να θες να λικνιστείς στο ρυθμό του. Στην προτελευταία στροφή συναντάμε το τραγούδι "Death".Αν και ο τίτλος του είναι κάπως "σκοτεινός" το τραγούδι εκπέμπει ένα τρομερό συναίσθημα και γοητεία! Ρυθμικότατο, με τρομερή ενορχήστρωση και με refrain που σου κολλάει στο μυαλό. Το άλμπουμ κλείνει με το καταπληκτικό "Light in Your Eyes". O ήχος, κακά τα ψέματα, θυμίζει πολύ Dum Dum Girls,αλλά στην τελική ποιος νοιάζεται όταν ο ήχος που φτάνει στα αφτιά μας είναι τόσο υπέροχος. Ένα ακόμα highlight και ένα ιδανικό κλείσιμο!

Σε γενικές γραμμές θα μπορούσα να πω ότι το Share the Joy θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει το μέσο γνωριμίας του ακροατή με την μπάντα. Είναι με βεβαιότητα το πιο πλήρες άλμπουμ τους μέχρι τώρα και ένα από τα πιο ωραία που έχουμε ακούσει μέσα στο 2011! Θα ήταν όμως σαφέστατα πιο συνετό να ανατρέξει κάποιος και στις παλαιότερες κυκλοφορίες της μπάντας, για να κατανοήσει καλύτερα την εξέλιξη του ήχου τους και το πέρασμά τους από την εφηβική μουσική "αφέλεια" στην τωρινή τους συνθετική ωριμότητα. Σε κάθε περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ που πολύ θα αγαπήσουν και που όλοι όσοι το ακούσουν θα το ευχαριστηθούν.

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Broken Bells : Meyrin Fields EP (Columbia 2011)


Την προηγούμενη χρονιά οι Broken Bells (το project του Danger Mouse και του James Mercer) μας συστήθηκε μέσα από το ντεμπούτο του το οποίο αμέσως τράβηξε την προσοχή του μουσικού κοινού παγκοσμίως. Τραγούδια σαν το "The Ghost Inside" και "The High Road" βρέθηκαν στις λίστες με τα κορυφαία τραγούδια του 2010 αποδεικνύοντας ότι η συνάντηση των δύο χαρισματικών μουσικών είναι ικανή να παράγει μαγεία! Ακριβώς σε αυτό στηρίχθηκαν και στο νέο του ΕΡ Meyrin Fields και αυτή τη φορά μάλλον σκοπεύουν να πάνε ένα ακόμα βήμα πιο μπροστά!

Ηχητικά το νέο πόνημα των Broken Bells κινείται πιο πολύ προς τον ήχο της πρώτης τους δουλειάς! Δεν είναι σαφώς διαφοροποιημένο από το ντεμπούτο τους, αλλά έχει κάποια σημεία που ξεχωρίζει. Στο εναρκτήριο ομώνυμο τραγούδι της συγκεκριμένης κυκλοφορίας ο ήχος τους μοιάζει να στρέφεται προς την electronicaJames Mercer είναι για μια ακόμα φορά εξαιρετικός στο ρόλο του στα φωνητικά ενώ τα backing vocals που είχαν εντυπωσιάσει στην πρώτη τους δισκογραφική δουλειά δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Συνέχεια με το "Windows" που φλερτάρει αρκετά με το ήχο του ντεμπούτου τους. Εξαιρετικά φωνητικά, πιασάρικες κιθαριστικές μελωδίες και ήχος που σε συναρπάζει από την πρώτη κιόλας ακρόαση. Στο "Easy Life" ο ήχος κάνει ένα μικρό φλερτ με την reggae,με τις τσιμπημένες κιθάρες σε πρώτο πλάνο και το βαθύ μπάσο σε συνδυασμό με τον ήχο του Hammond να δημιουργούν ένα πολύ γοητευτικό αποτέλεσμα. Το ΕΡ κλείνει με το "Heartless Empire" όπου ο Mercer ακούγεται πιο συναισθηματικός παρά ποτέ. Βέβαια ο ήχος μοιάζει αρκετά θαμμένος με τις παραμορφωμένες κιθάρες μόνο να ξεχωρίζουν έντονα στερώντας ίσως από το τραγούδι την λάμψη που θα του άρμοζε.

Σε γενικές γραμμές το Meyrin Fields δεν είναι κάτι το εξαιρετικά καινοτόμο. Ψήγματα διαφοροποίησης του ήχου τους υπάρχουν, αλλά δεν είναι ικανά για να πούμε ότι οι Broken Bells έκαναν στροφή. Μάλλον μοιάζει περισσότερο σαν μια συλλογή τραγουδιών που περίσσεψαν από την πρώτη τους κυκλοφορία. Όπως και να 'χει όμως το αποτέλεσμα μας αρέσει και τουλάχιστον από πλευράς ευχαρίστησης ακρόασης μας ικανοποιεί πλήρως. Ακούστε και τα συμπεράσματα δικά σας!

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ulver : War Of Roses (KScope 2011)

“Wars Of Τhe Roses” το όγδοο κατά σειρά album των Νορβηγών Ulver, μετά το “Shadows of the Sun”. Oι Ulver, ή «λύκοι» στα ελληνικά, αρχικά χαρακτηρίστηκαν ως black metal band και στο πέρασμα του χρόνου κινήθηκαν, μάλλον με επιτυχία και σε πιο εναλλακτικά rock, electronic, ακόμη και jazz πεδία.  Σε όσα είδη επιχείρησαν να επεκταθούν, το κατάφεραν χωρίς απώλειες, κάτι που δύσκολα συμβαίνει, ενώ αναμφισβήτητο γεγονός αποτελεί η συνεχής εξέλιξη στον ήχο και στις προσεγγίσεις τους. Αυτή  τη φορά, το “The Wars of the Roses”, έχει μια μεγάλη γκάμα ήχων και στίχους με πολλές εικόνες και αντιθέσεις ζωντανών και νεκρών υπάρξεων. Όλα αυτά συγκροτούν ένα υπερβολικά σκοτεινό και απόκοσμο συναίσθημα, ενώ σαν μια ιδέα παρουσιάζει ομοιότητες με την  πεσιμιστική πλευρά του «Were Here Because Were Here” των Anathema.
                

Ξεκινώντας με το “February MMX”, δεν διστάζουν να κάνουν την αρχή με καυστικό στίχο. Κομμάτι ρυθμικό, ξεκινώντας με πλήκτρα, και ήρεμα vocals και electro ήχους που δυναμώνουν κλιμακωτά κατά την εξέλιξη του κομματιού. Συνεχίζοντας συναντάμε το «Norwegian Gothic» ,που δίνει ίσως την εικόνα ενός στοιχειωμένου δάσους της Νορβηγίας, με απόλυτα ατμοσφαιρικούς ήχους και φωνές. To επόμενο 8 λεπτών κομμάτι-«Providence”,  ξεκινάει με την μελωδία πιάνου και εδώ συναντάμε και τα πρώτα γυναικεία φωνητικά. Απόλυτα ατμοσφαιρικοί, στο τρίτο λεπτό δυναμώνουν με δυνατά drums, μελωδίες πνευστών και βιολιού, κλείνοντας πάλι με κάποιον 3-λεπτο  Ulver-μυστήριο ήχο. Παρά την πιο «αισιόδοξη»  έναρξη , το “September IV” ,κλειδώνει θλιβερές αναμνήσεις  και κλείνει με πολύ γεμάτο σε ήχο και έντονη ατμόσφαιρα. Στο ‘’England” συναντάμε φωνές που θυμίζουν «ψαλμούς», μελωδία από πιάνο κι ένας απ’ τους στίχους του «The sense of innocence /the wars of the roses».  “Island” ο τίτλος του επόμενου κομματιού και ακούμε πιο ξεκάθαρα τις κιθάρες. Ένα σχετικά ήρεμο κομμάτι, πιο εξωτικό ίσως με κάποιους ήχους που θυμίζουν όντως ότι θα άκουγε κανείς σε κάποιο νησί. Το album τελειώνει με το ‘’Stone Angels”, με μια περίεργη, ήρεμη και ταυτόχρονα απόκοσμη διάθεση.
                

Στο  ‘’The wars Of The Rosesoι Ulver φαίνεται να αφέθηκαν στην Νορβηγική μουσική κουλτούρα και σκοτεινή διάθεση, φλερτάροντας με το θάνατο με στίχους και μουσική , ενώ καταφέρνουν να μεταδώσουν αυτό το συναίσθημα ειδικά προς το τέλος του δίσκου.(Υ.Γ. Καλύτερα να μην επιχειρήσετε να το ακούσετε βράδυ!!!)


Κείμενο : Β.Μ.

Grayceon – All We Destroy (Profound Lore Records)


Από ό,τι φαίνεται το μουσικό σύμπαν έχει μεγάλες ομοιότητες με το αντίστοιχο υλικό, με κυριότερη την ολοένα και επεκτεινόμενη φύση του. Μπορεί μέχρι σήμερα να έχουν παιχτεί όλα, όπως θεωρούμε, αλλά πάντα θα ξεφυτρώνει κάτι που θα μας εκπλήσσει, όχι απαραίτητα λόγω παρθενογένεσης, αλλά λόγω κάποιων στοιχείων που ωθούν σιγά – σιγά προς την πρόοδο ενός ήχου. Άλλωστε απαράβατος κανόνας για την εμφάνιση κάτι νέου είναι πως πρέπει να γίνεται ένα βήμα κάθε φορά και η αλλαγή να έρθει με αργό ρυθμό ώστε να αφομοιωθεί από το περιβάλλον του. Η αποδοχή ή η απόρριψη βέβαια ποτέ δεν είναι προβλέψιμη.
Εδώ και κάποια χρόνια υπάρχει ένα αμερικάνικο συγκρότημα, οι Grayceon, που έχει επηρεαστεί από άλλα μεγαλύτερα κι αυτό με τη σειρά του κάνει το δικό του βήμα προς την εξέλιξη του είδους. Μπορεί το όνομα της Jackie Perez Gratz να μην σας λέει τίποτα, όμως τουλάχιστον οι μπάντες για τις οποίες έχει ηχογραφήσει δίνουν ένα στίγμα. Neurosis, Agalloch, Amber Asylum, Asunder, Cattle Decapitation και Om είναι τα κυριότερα ενώ οι Giant Squid, των οποίων αποτελεί κύριο μέλος, εξέδωσαν πριν 2 χρόνια το “The Ichthyologist”, έναν εκπληκτικό κι ανοιχτόμυαλο δίσκο πέρα από τα τετριμμένα οποιασδήποτε σκηνής.
Το “All We Destroy” αποτελεί το τρίτο άλμπουμ για τους Αμερικανούς, με το οποίο ξεπερνούν τους εαυτούς τους, συνδυάζοντας την κλασική παιδεία του τσέλου της Gratz, με την metal προσέγγιση του κιθαρίστα Max Doyle και την ελαφρώς progressive του drummer Zack Farwell. Όπως καταλάβατε, δεν υπάρχει μπάσο, όμως μην ανησυχείτε γιατί η απουσία του καλύπτεται απολύτως από το παίξιμο της Jackie.
Η ποικιλία στις μελωδίες, στις ταχύτητες και στις συνθέσεις είναι τόσο μεγάλη που ουσιαστικά το όλο εγχείρημα πρέπει να θεωρείται αρκετά προοδευτικό ή progressive αν θέλετε, αλλά με την ετυμολογική έννοια του όρου. Μπορεί να μην υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν ξαναπαιχτεί και ίσως μάλιστα να θυμίσουν πολλά, όμως η προσέγγιση του συγκροτήματος είναι μοναδική, λόγω τσέλου και της συνθετικής νοοτροπίας που φέρνει το συγκεκριμένο όργανο. Πάρτε για παράδειγμα το εναρκτήριο κομμάτι “Dreamer Deceived”, αργό και βαρύ όπως κάνουν οι Neurosis με τον ήχο – σήμα κατατεθέν τους, αλλά προσθέστε το, πολλές φορές βιρτουόζικο στυλ της Gratz, το οποίο δίνει εκπληκτικά χρώματα στο τελικό αποτέλεσμα είτε με το κύριο riff που φέρνει από τεθλιμμένο βαρύ εμβατήριο έως και σε progressive ανάπτυγμα, είτε με τις απαλές μελωδίες που ανά σημεία αμβλύνει τα “μίση και τα πάθη”. Το πόσο απρόβλεπτοι μπορούν να γίνουν φαίνεται καθαρά στο σχεδόν thrash Shellmounds”, όπου η κιθάρα παίρνει τα ηνία και τα drums ανεβάζουν ταχύτητες προσφέροντας ένα υβρίδιο άγριας και εκλεπτυσμένης ταυτόχρονα μουσικής που αφήνει εκείνο το γνωστό και γεμάτο νόημα, χαμόγελο στα χείλη. Άλλη μια κορυφαία συνθετική στιγμή έρχεται με το 15λεπτο “We Can” όπου τσέλο και κιθάρα ξεκινούν σε αργό μοτίβο για να αρχίσουν να απογειώνουν σιγά – σιγά το τραγούδι και να φτάσουν στο αποκορύφωμα, εν μέσω φορτισμένης ατμόσφαιρας και progressive συμπεριφοράς με την οποία άνετα οραματίζομαι έναν παροξυσμό σε κάποια συναυλία τους. Η φωνή της Gratz, ζεστή και καθαρή επί τω πλείστον, την αναδεικνύει πέρα από εξαιρετική μουσικό και σε τραγουδίστρια ενώ μαζί με την πολύπλευρη προσωπικότητα των Doyle και Farwell μετατρέπουν την κάθε σύνθεση σε νέα εμπειρία. Όπως στα “Once a Shadow” και “Wars End”, όπου το ονειρικό ξεκίνημα της κλασικής κιθάρας και των λεπτών μπαρόκ νότων του τσέλου συνδυάζεται με μια απερίγραπτη φωνητική μελωδία, κάνοντάς με να σκεφτώ την τελευταία φορά που άκουσα κάτι τόσο απλό και εκπληκτικό μαζί. Εντύπωση μου έκανε το “A Road Less Travelled” με την thrash νοοτροπία να εμφανίζεται πάλι (οι Doyle και Farwell άλλωστε είναι πρώην μέλη των thrashers Walken) και τα blastbeats να τρέχουν μαζί με μια αγριεμένη, σε punk ύφος φωνή κι ένα σκοτεινό και βαρύ κλίμα να κατακλύζει τη σύνθεση.
Αυτό είναι με λίγα λόγια το “All We Destroy” των Grayceon. Από τη στιγμή όμως που μια εικόνα χρειάζεται 1000 λέξεις για να περιγραφεί, φοβάμαι να σκεφτώ πόσες θέλει ένας ήχος, πόσο μάλλον ένας ολόκληρος δίσκος κι ακόμη περισσότερο ένας καλός δίσκος. Οπότε κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και δεν ξέρω... κατεβάστε το, αγοράστε το, κλέψτε το, υποκλέψτε το, δανειστείτε το, αλλά ακούστε το τέλος πάντων. Είναι καλό... πολύ καλό.

Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Those Dancing Days : Daydreams and Nightmares (Wichita Recordings 2011)


Μας πρωτοσυστήθηκαν με τα singles που κυκλοφόρησαν το 2007 όταν ακόμα κάποιες από αυτές πήγαιναν στο σχολείο. Το 2008 το επίσημο δισκογραφικό ντεμπούτο τους "In Our Space Hero Suits" μπορεί να προκάλεσε αίσθηση στον κόσμο των blogs δεν είχε όμως την απαραίτητη δυναμική για να ακουστούν δυνατά στην υπόλοιποι μουσική κοινότητα. Ο ήχος τους είχε σαφέστατες αναφορές στους Strokes,και σε συνδυασμό με την παιδικότητα που εκπέμπουν δημιούργησαν ένα ευχάριστο και ανάλαφρο κράμα pop-rock.Σχεδόν τρία χρόνια μετά επιστρέφουν δισκογραφικά με το "Daydreams & Nightmares" το οποίο όμως περισσότερο ηχεί σαν ένα sequel του πρώτου τους άλμπουμ παρά σαν μια νέα και με καινοτόμο ήχο κυκλοφορία. Ας πάρουμε όμως το κάθε τραγούδι ξεχωριστά!

Το εναρκτήριο "Reaching Forward" είναι ένα τραγούδι με αρκετά τσιμπημένες κιθάρες και πολύ όμορφο drumming τα οποία όμως υπερκαλύπτονται από ένα πέπλο synth ήχων. Η  Linnea Jönsson για μια ακόμα φορά είναι εξαιρετική στο ρόλο της στα φωνητικά αποδεικνύοντας πως η φωνή της είναι πολύ πιο ώριμη από την ηλικία της και αυτός είναι και ο λόγος που τα φωνητικά έχουν ένα ρόλο κάπως σημαντικότερο σε σχέση με την μουσική. Το "I'll be Yours" που ακολουθεί είναι ένα τραγούδι που έχει έναν πιο σαφή ραδιοφωνικό προσανατολισμό. Η στιχουργική του ασχολίαστη (θυμίζει τα στιχάκια που γράφαμε στο Γυμνάσιο),αλλά η μελωδία τους δε νομίζω ότι θα ενοχλήσει κανέναν. Το "Dream About Me" συνδυάζει την σύγχρονη pop με αρκετά new wave στοιχεία στον ήχο του. Τα φωνητικά σε πλήρη αρμονία με την όλη ενορχήστρωση και το αποτέλεσμα ομολογουμένως εξαιρετικό. Προχωρώντας στο "Help me Close my Eyes" βλέπουμε ένα τραγούδι το οποίο έχει και πάλι ραδιοφωνικό προσανατολισμό, αλλά δείχνει φανερά πως αυτή η μπάντα έχει συνθετικό ταλέντο και έχει δουλέψει πολύ τον ήχο της. Πέμπτο στη σειρά το "Can't Find Entrance" ένα τραγούδι σαφέστατα πιο δυναμικό σε σχέση με τα προηγούμενα που σίγουρα ξεχωρίζει και προβλέπω να γίνεται single. Στο μέσο του άλμπουμ το "Fuckarias" με πιο ξέφρενο ρυθμό και πιο punk διάθεση. Σίγουρα όχι αδιάφορο.

Το "Forest of Love" θα πρέπει να ομολογήσω πως με μπέρδεψε αρκετά. Ο Stroke-ish ήχος μου φάνηκε οικείος, τα πολύ έντονα όμως synth περάσματα κάπου μου χάλασαν το γενικότερο αποτέλεσμα. Ευτυχώς ακολουθεί το "When we Fade Away",το οποίο προσωπικά λάτρεψα, που αποκαθιστά και πάλι τις ισορροπίες. Εξαιρετικός ρυθμός και φωνητικά γεμάτα συναίσθημα συνθέτουν ένα πολύ γοητευτικό αποτέλεσμα και ένα τραγούδι που σίγουρα πολλοί θα λατρέψουν. Βαθύτατα συναισθηματικό και ολοκληρωτικά pop το "Keep me in your Pocket" μπορεί να μην είναι my cup of tea,σίγουρα όμως είναι ένα πολύ όμορφο και ανάλαφρο τραγούδι. Λίγο πριν το τέλος το "I Know Where You Live Part2" εντυπωσιάζει με τον γρήγορο ρυθμό του και ανοίγει το δρόμο για το καταληκτικό "One Day Forever" ένα ιδιαίτερα ταξιδιάρικο ντουέτο της Jönsson μαζί με τον Orlando Weeks των Maccabees που σε αφήνει με ένα αίσθημα πληρότητας από την ακρόαση όλου του άλμπουμ.

Κακά τα ψέματα, οι Those Dancing Days δεν είναι ακόμα μουσικά ώριμες. Θα μου πείτε ότι αυτό είναι λογικότατο αν αναλογιστούμε την ηλικία τους και εν μέρει θα συμφωνήσω. Είναι εμφανώς πιο βελτιωμένες σε σχέση με το ντεμπούτο τους, αλλά έχουν ακόμα αρκετό δρόμο να διανύσουν μέχρι να προκαλέσουν αίσθηση στην απαιτητική πλέον μουσική κοινότητα. Σίγουρα όμως το Daydreams & Nightmares είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ, καθόλου κουραστικό στην ακρόαση του που περιέχει τραγούδια από μια μπάντα που δείχνει ότι έχει πάρα πολύ ταλέντο και από την οποία σίγουρα θα δούμε πολύ ωραία πράγματα στο μέλλον. Οπότε αξίζει τον κόπο να το ακούσουμε!

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

The Raveonettes : Raven in the Grave (Vice Music 2011)


Όταν ακούμε το όνομα Raveonettes το μυαλό μας αυτόματα πηγαίνει στο φρενήρες garage revival που τους έκανε ευρέως γνωστούς το 2004 μέσα από το τραγούδι "Love in a Trashcan". Είναι γεγονός ότι το συγκεκριμένο τραγούδι τους στιγμάτισε και έκανε τους ανά τον κόσμο μουσικοκριτικούς λιγότερο ελαστικούς μαζί τους στις επόμενες κυκλοφορίες τους, οι οποίες αν και δεν στερούνταν μουσικής ποιότητας δεν είχαν κάποιο τραγούδι που να φτάνει τη δόξα του προαναφερόμενου!

Οι Raveonettes μέσα στα χρόνια που πέρασαν έμειναν πιστοί στις αρχές τους που τους επέβαλλαν να αγαπούν τη μουσική και να κινούνται έξω από κάθε είδους εμπορικότητες. Αυτό βέβαια μπορεί να τους στέρησε την κάπως μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, αλλά τους επέτρεψε να κυκλοφορούν πράγματα που πρώτα από όλα εξέφραζαν αυτούς και τους άφηναν το περιθώριο για περισσότερους πειραματισμούς! Έτσι λοιπόν φτάσαμε στο 2011 και στο "Raven in the Grave" το οποίο με απόλυτη βεβαιότητα μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πλέον πειραματικό (όσον αφορά την ηχητική του κατεύθυνση) άλμπουμ τους!

Η γκαραζιάρικη διάθεση με άρωμα 60's δίνει την θέση της στην 80's αισθητική όπου κυριαρχούν τα gothic/darkwave και new wave μουσικά μοτίβα. Σαφέστατη αναφορά στην εποχή εκείνη που ξεκινά από το εξώφυλλο κιόλας του άλμπουμ όπου η ασπρόμαυρη παράσταση του γερακιού σε προδιαθέτει για κάτι πραγματικά σκοτεινό. Και είναι όντως σκοτεινό σε σημείο ανησυχίας! Η χαρούμενη χορευτική διάθεση δίνει τη θέση της σε μουσικά τείχη από synths και ασήκωτες μπασογραμμές, ενώ η παιχνιδιάρικη φωνή της Sharin μετατρέπεται σε μια αυστηρή, σχεδόν πένθιμη, ερμηνεία που παγώνει! Ας δούμε όμως τι τρέχει με αυτό το άλμπουμ μελετώντας το κάθε τραγούδι ξεχωριστά!

Ξεκίνημα με το "Recharge & Revolt" και η διαφοροποίηση όσον αφορά τον ήχο του παρελθόντος δεν γίνεται ακόμα εμφανής. Τσιμπημένες κιθάρες,drumming που παραπέμπει (αν και όχι τόσο φανερά) σε early new wave μελωδίες και φωνητικά, που ίσως είναι τα μόνα που κάνουν εμφανή κάποια στροφή, βαθιά και μελαγχολικά. Συνέχεια με το "War In Heaven" και πλέον είναι προφανέστατη η μεταφορά σε πιο σκοτεινές μουσικές φόρμες. Με διάθεση που φέρνει στο νου τους Cure,με περάσματα που θυμίζουν κάτι από neoromantic & synth-pop μπάντες και με ερμηνεία σκοτεινή και σχεδόν υπνωτική είναι φανερό πως αυτό το άλμπουμ θα μας βυθίσει στο έρεβος! Στο "Forget That You're Young" ψήγματα του Joy Division-ικου πεσιμισμού εμφανίζονται δημιουργώντας ένα τραγούδι εξαιρετικά γοητευτικό! Το "Apparitions" που ακολουθεί δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως είναι ίσως ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια που αυτό το απίθανο ντουέτο έχει γράψει. Εκπληκτική ενορχήστρωση, εκπληκτικά φωνητικά και ένα γενικότερο αποτέλεσμα που σε ανατριχιάζει και σε ηλεκτρίζει. Στο μέσον του άλμπουμ έχουμε το "Summer Moon" που πιο πολύ με απαγγελία μοιάζει παρά με τραγούδι. Άκρως αισθαντικό, με μπόλικη μελαγχολία αλλά δεν είναι και από τις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ.

Ακριβώς τα ίδια θα έλεγα και για το εναρκτήριο κομμάτι του δεύτερου μισού του άλμπουμ, το "Let Me On Out". Δεν με συνεπήρε καθόλου, μην πω μάλιστα πως άρχισα να πιστεύω πως το άλμπουμ αρχίζει να κάνει κοιλιά! Ευτυχώς το "Ignite" που ακολουθεί σώζει την κατάσταση. Αν και η αισθητική του θυμίζει τον ήχο που έχουν κάμποσες pop μπάντες των 00's είναι ένα τραγούδι που σε ταξιδεύει με την ανάλαφρη μελωδία του. Όχι πρωτότυπο, αλλά σίγουρα με τίποτα κακό. Το "Evil Seeds" δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως είναι τόσο πένθιμο σε σημείο που σε τρομάζει. Ερεβώδες με αρκετά lo-fi ενορχήστρωση είναι εξαιρετικό αλλά με τίποτα δεν θα το συνέστηνα σε ανθρώπους με αυτοκτονικές τάσεις! Η μελαγχολία συνεχίζεται και στο τραγούδι που κλείνει το άλμπουμ, το "My Time's Up",όπου οι στίχοι "My time's up....I just don't care" δεν μπορούν να θεωρηθούν και μνημεία αισιοδοξίας. Μια μελωδία σκοτεινή που εμένα μου θύμισε πολύ τον ήχο των λατρεμένων μου Tindersticks και ένας αποχαιρετισμός που αρμόζει σε ένα τόσο σκοτεινό άλμπουμ.

Ας είμαστε ρεαλιστές. Οι Raveonettes του "Raven in the Grave" δεν έχουν καμιά σχέση με την μπάντα που ξέραμε τόσο καιρό. Αν υποθέσουμε ότι οι shoe gaze μπάντες βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τον 80's ήχο τότε αυτό το άλμπουμ θα ηχήσει στα αφτιά σας σαν κάτι πολύ έντονα shoe gaze. Οι Raveonettes σαν μπάντα δεν ξέχασαν πως να γράφουν όμορφα τραγούδια. Απλά άλλαξαν μουσικό ύφος! Όλα αυτά μέσα σε μια κυκλοφορία που έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας Raveonettes κυκλοφορίας (δηλαδή εξαιρετικές στιγμές, κοιλιές και ωραίες μελωδίες),μιας κυκλοφορίας που μπορεί να ξενίσει τον ακροατή στο πρώτο της άκουσμα, αλλά σίγουρα σε βάθος χρόνου θα τον κερδίσει!

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

TesseracT : One (Century Media Records)


Τέσσερεις ακτίνες. Αυτό σημαίνει το όνομα μιας μπάντας από την Μ. Βρετανία κι όχι από την Ελλάδα, όπως φαίνεται από τις δύο ελληνικές λέξεις. Η αλήθεια βέβαια είναι πως “tesseract” είναι ο μαθηματικός όρος για τον τετραδιάστατο κύβο, το γεωμετρικό σχήμα που προκύπτει από την ένωση ευθειών μεταξύ των γωνιών ενός κύβου με αυτές ενός άλλου. Γι’ αυτό και κάθε πλευρά φέρει άλλες τέσσερεις ακτίνες. Μπερδευτήκατε; Απλά ρίξτε μια ματιά στο εξώφυλλο της πρώτης ολοκληρωμένης δουλειάς των Βρετανών κι αφήστε τα μαθηματικά πίσω γιατί εδώ μόνο με μουσική έχουμε να κάνουμε.

Η μπάντα δεν παίζει math rock, όπως κάποιος θα φανταστεί πολύ λογικά βάσει ονόματος, αλλά περιδιαβαίνει στα χνάρια του progressive metal της σχολής των Dream Theater, διανθίζοντάς το με κάποια στοιχεία ακόμα, χαρακτηριστικά του prog γενικότερα.

Το “One” είναι μεν ένας τυπικός δίσκος αυτού του είδους, κάτι που από μόνο του δεν αρκεί πλέον, καθώς σήμερα όλα τρέχουν με τόσο μεγάλες ταχύτητες και η ίδια η τέχνη απαιτεί από τους εκπροσώπους της αξιόλογες προσπάθειες. Πρέπει να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, ειδικά στο progressive που θέλει θεωρητικά, να πρωτοπορεί.

Η άποψη της πεντάδας των πολύ νέων ηλικιακά μελών της, είναι αρκετά ξεκάθαρη ως προς την πορεία που ήθελαν να χαράξουν και φαίνεται αρκετά μέσω των επιρροών τους, οι οποίες δεν είναι άλλες από τους προπάτορες Dream Theater, Fates Warning και Queensryche, με μια εμφανή προτίμηση στους δύο πρώτους, χωρίς όμως ιδιαίτερα πολύπλοκα μέρη και λιγότερη στους τρίτους. Όμως λόγω και του νεαρού της ηλικίας τους, δεν κρύβουν την αγάπη τους για τους μεγάλους πειραματιστές του metal, τους Meshuggah. Από τη μία ο όγκος των εγχόρδων που προσπαθεί να μοιάσει στον ήχο των οκτάχορδων κιθάρων των Σουηδών κι από την άλλη τα τόσα riff που κρατούν μέσα τους τη νοοτροπία που καλλιεργήθηκε τόσα χρόνια από τους ίδιους.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ακροατή αυτή η μίξη των διαφορετικών σχολών, αν και οι δύο θεωρούνται προοδευτικές. Από τη μία η καλλιτεχνική ομορφιά που προσπαθούν να εξωτερικεύσουν με τις μουσικές εκφράσεις, την κλασική prog αντιμετώπιση της τεχνικής κατάρτισης και μουσικότητας, όπως για παράδειγμα έκαναν οι Cynic στο “Traced In Air” μαζί με τα χαρακτηριστικά “σπουδαγμένα” φωνητικά κι από την άλλη τα βαρύγδουπα riff με τα οποία μπορεί κάλλιστα ο καθένας να κουνηθεί και η φωνή που αγριεύει ξαφνικά, ανάλογα με το θέμα των εγχόρδων.  Riff τα οποία θυμίζουν τόσο πολύ Meshuggah που ένα από τα κύρια θέματα του concept κομματιού “Concealing Fate” που εμφανίζεται σε 3 – 4 μέρη και ειδικά στο instrumentalPart FiveEpiphany” μου θύμισε ένα συγκεκριμένο από το “Sol Niger Within”, προσωπικό άλμπουμ του κιθαρίστα των Σουηδών, Fredrik Thordendal, εξαιρετικά groovy και δυνατό, που ξανακοίταξα τη θήκη για να σιγουρευτώ.

Εν κατακλείδι το “One” είναι ένας δίσκος που συνδυάζει το κλασικό progressive με τα επιτυχημένα πειράματα γύρω του, groov-άρει με βαρύ ήχο και ουσιαστικά τιμά τις καταβολές του. Δεν αποτελεί την μεγάλη είδηση, ειδικά σε μια εποχή που η μουσική αυτή προοδεύει προς όλες τις κατευθύνσεις και τα υποείδη του, όμως είναι συνειδητοποιημένο, γεμάτο ιδέες και αφήνει μεγάλες υποσχέσεις για το μέλλον, ειδικά αν αναλογιστούμε την μικρή ηλικία των μελών του υπέρ-κύβου “TesseracT”.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Beyond Perception – Blood & Whiskey (DSN music)


Η έμπνευση είναι μια αυστηρά προσωπική υπόθεση για τον κάθε καλλιτέχνη. Ο Στράους έγραψε για το χρώμα του Δούναβη, ο Βιβάλντι για την φύση και τις εποχές της και πάει λέγοντας. Άλλοι γοητεύονται από ανθρώπους κι αφιερώνουν το έργο τους σε αυτούς. Κάποια μνηστή, είδωλο, ήρωας ή μάρτυρας, ακόμη κι απλοί διάσημοι, αποτελούν την πρώτη ύλη των ανησυχιών αρκετών μουσικών. Πώς θα σας φαινόταν λοιπόν αν για κάποιον, αποτελούσε κύρια πηγή έμπνευσης ο ένας και μοναδικός ηθοποιός που έχει φιλοδωρήσει με μπούφλες έναν αριθμό κομπάρσων, ικανό για την δημιουργία νέου κράτους, ο κύριος εκφραστής του καρπαζο-κινηματογράφου αρκετών δεκαετιών πίσω, ο μέγιστος Bud Spencer! Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Έλληνες Beyond Perception.
Πώς θα μπορούσε άραγε να ηχεί το δεύτερο άλμπουμ της τετράδας, με τίτλο “Blood & Whiskey”, με πρωταγωνιστή τον συμπαθέστατο Bud; Ανάλογα με τα κιλά του φυσικά, δηλαδή πολύ βαρύ.

Το συγκρότημα διαθέτει μια συγκεκριμένη προσέγγιση στα περισσότερα κομμάτια του δίσκου κι όπως φαίνεται κι από το comic artwork είναι γεμάτο αλκοόλ, βρώμικο λεξιλόγιο και αντρικές καταστάσεις γενικότερα.
Στο προκείμενο τώρα, το εναρκτήριο “By the power of the engine” ξεκινά με ένα απίστευτα groovy riff που κάνει ακόμη και τους πλέον αντίθετους σε αυτό το είδος να κουνήσουν το κεφάλι τους και το μπάσο να κάνει κινήσεις εντυπωσιασμού με τα slap του. Το όλο κλίμα μου θύμισε κάτι από midtempo thrash και σε συνδυασμό με τα άγρια hardcore φωνητικά, μου έφερνε στο νου κάτι από Pantera χωρίς βέβαια τα solo του Dimebag, αλλά με αυτή την αντίληψη περί κοπανήματος του μεγάλου αυτού συγκροτήματος. Η συνέχεια ίδιας διάθεσης, με το “Million earning whore” που πέρα από την εισαγωγή, κυμαίνεται μεταξύ άλλου ενός groovy riff και ορισμένων αλλαγών, όλα σε αρκετά southern ύφος που τείνει ακόμη περισσότερο σε Pantera, τόσο σε μουσική όσο και σε φωνή. Ώρα για το – ουσιαστικά ομώνυμο – τραγούδι με τίτλο “Bud Spencer”, το οποίο αρχίζει με κάποια λόγια του ίδιου μαζί με τα απαραίτητα ηχητικά εφέ των καρπαζιών του, που μάλλον τότε έφτιαχναν με το στόμα κι ένα βαρύτατο κι αργό θέμα στις κιθάρες που πάει γάντι στο... νόημα, μπαίνει για να συνεχιστεί η κίνηση στον αυχένα. Η δομή μπορεί να είναι σχετικά απλή αλλά η δουλειά γίνεται με τα λίγα αλλά στομφώδη riff που γεμίζουν την ατμόσφαιρα με τον όγκο τους, η οποία εννοείται πως διανθίζεται με τα απαραίτητα σκαμπίλια του Bud παρμένα από ταινίες του. Με το τέταρτο “Dance the destruction” περνούν σε πιο καθαρά death thrash μονοπάτια και πιο υψηλές ταχύτητες ενώ ρίχνουν τους τόνους με το μονόλεπτο countrysouthern πονεμένο “Thorn”, όπως ακριβώς τραγουδούσαν οι μαύροι παλιά στο νότο. Με το “Send the demons away” επανέρχονται στην προηγούμενη προσέγγιση με τα γκρουβάτα riff αλλά συνεχίζουν να κρατούν και thrash στοιχεία, πάντα με hardcoremetalcore αν θέλετε) ύφος.

Ξαφνικά αλλάζουν στάση και στο “Play with bullets” ξεκινούν με μια ακουστική εισαγωγή, γυρνούν το παίξιμό τους σε πιο ποιοτικό που φτάνει ακόμη και το progressive, ενώ εμφανή είναι κάποια στοιχεία που παραπέμπουν σε post και συνολικά φέρνουν ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα που με κάνει να σκέφτομαι πως έχουν τα φόντα για κάτι μεγάλο. Θεώρησα το “Cargo” ως κοιλιά κυρίως λόγω των καθαρών φωνητικών που είχαν μια ελαφριά ελληνική προφορά που προσωπικά δεν βρήκα ελκυστική. Δυνατό κομμάτι μεν, με την μπάντα να παίζει εξαιρετικά (όπως σε όλο το δίσκο), τον τραγουδιστή να φτύνει και να χλευάζει ως σωστό μέταλλο, αλλά από άποψη σύνθεσης δεν με κέρδισε. Κάτι που έκανε όμως πολύ εύκολα το “Under blackened sky με την γρήγορη εισαγωγή και μια μελωδία εξαιρετική στις κιθάρες, ανάλογη συνέχεια καταπληκτικού ήχου κι ένα μπάσο που προσθέτει τα μέγιστα στο – ίσως – καλύτερο του “Blood & Whiskey”.

Το “Black of the night” αποτελεί το πιο κλασικό άκουσμα του άλμπουμ με ένα riff τυπικού speed metal, ενώ ένα βήμα πριν το κλείσιμο το αρκετά doomy Hydra” (για το οποίο γύρισαν και video) κρατάει τις συνθέσεις του εντός κάποιων συνθετικών ορίων αλλά προσωπικά πιστεύω πως είχαν πολύ καλύτερα για να προωθήσουν. Ο επίλογος έρχεται με το “Dust”, στο οποίο εναλλάσσουν ισότιμα τα ήρεμα σημεία, όπου δυστυχώς πάλι δεν μου άρεσε η καθαρή φωνή, με τα έντονα και φορτισμένα συναισθηματικά riff, μέχρι που έρχεται το τελευταίο doom θέμα με το οποίο και κλείνουν.

Το ότι δεν ήξερα τους Beyond Perception πριν από ένα μήνα λέει αρκετά για το management μιας μπάντας ομοεθνών, όπως και για το ποιο θα είναι το μέλλον τους. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μπορεί να μην διεκδικούν δάφνες για την ποιότητά τους, όμως αν κάπου, κάποιος παίξει κομμάτια τους, τα κεφάλια θα αρχίσουν να κουνιούνται σαν να έχουν δική τους θέληση, αψηφώντας τους κατόχους τους.

Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης

Sylosis - Edge of the Earth (Nuclear Blast)

Τη λέξη ‘Sylosis’, παρ’ ότι έψαξα πολύ δεν βρήκα κάποιον ορισμό που να εξηγεί τη σημασία της. Μέχρι και τον ανέγγιχτο για πολλά χρόνια, Πάπυρος Λαρούς ξεσκόνισα. Ένα παραπάνω ψάξιμο με έκανε να καταλάβω πως ότι προηγούμενο είχα κάνει δεν είχε κανένα νόημα: «Είναι απλά ένα ηλίθιο όνομα, μια λέξη που της αλλάξαμε την ορθογραφία και έτσι έχουμε την τάση από τότε να κρατήσουμε μυστική τη σημασία της. Ήμασταν νέοι και θέλαμε κάτι που να ακούγεται επιβλητικό» θα πει πριν δύο χρόνια ο josh Μiddleton, μέλος της μπάντας. Αυτή η χύμα εξήγηση σκέφτηκα ήταν ότι το χειρότερο για προώθηση αλλά για να δούμε και τι γίνεται με την ουσία.

Το “Edge of the Earth” είναι το 2o, ολοκληρωμένο ηχητικό προϊόν που παίρνουμε από τους Sylosis. Είναι στο σύνολό της μια ιδιότροπη δουλειά που συγκέντρωσε όλη την προσπάθεια σε μια πολύ καλή παραγωγή και σε ένα μεγάλο συνολικό ταλέντο στο παίξιμο. Υπάρχουν καθαρά παιξίματα, κυρίως στα κρουστά που δύσκολα παίρνουμε σε αυτό το όργανό. Η αξία της προσπάθειας μεγαλώνει ακόμα περισσότερο αν προέρχεται από πιτσιρικά δηλ. μη ψημένο μουσικό. Αλλά ποιος βαθμός δυσκολίας σε μια εποχή που η μουσική και η γνώση της κάνει την πιο μεγάλη βόλτα της;

Στην κιθάρα, το αυτί έρχεται σε επαφή με κάτι διαφορετικό. Η επιδεξιότητα του Αlex Bailey τραβάει την προσοχή. Πολλές φορές μπορεί να παρεξηγηθεί αυτή η υπερβολή σε κλίμακες και σε αυτήν την επιμονή προς την πολυπλοκότητα και τις ταχύτητες. Αλλά εδώ δεν υπάρχει κάτι παρεξηγήσιμο. Το δέσιμο όλων δίνει στην φλυαρία της κιθάρας μια άφεση αμαρτιών. Και την καθιστά απαραίτητη παρουσία.

Στα φωνητικά υπάρχουν πολλές εκφράσεις που ξεκινούν από τα καθαρά φωνητικά, και εδώ ο Josh (Middleton) αν και δεν σου δίνει την εντύπωση με το παρουσιαστικό του, μπορεί να βγάλει ο άτιμος, μια πολύ καλή καθαρή, ραδιοφωνικών απαιτήσεων ενώ παράλληλα μπορεί να την μετατρέψει μέσα σε μια στροφή του τραγουδιού, άξαφνα, σε μια τσιριχτή κατάληξη της μιας λέξης, δίνοντας έτσι ένα τόνο όμορφης και επιδέξια αποτυπωμένης απελπισίας (αν μπορείς να δώσεις για την απελπισία τέτοιο χαρακτηρισμό) ή άλλοτε σχιζοφρενικής αγριάδας. Οι εναλλαγές τρελαίνονται ώρες, ώρες σαν να υπάρχει κάποιος σοβαρός σκοπός για όλο αυτό το χάσιμο, και αυτό ο Josh το καταφέρνει καλά.

Με μια γρήγορη επιθυμία στο να περιγραφεί το ύφος του δίσκου θα μπορούσαμε να πούμε πως ενώ οι Sylosis κατά κύριο λόγο κινούνται στο μελωδικό death εδώ διαπιστώνεται ένα ξεκάθαρο thrash-νεύμα χωρίς υπονοούμενα. Από το πρώτο κιόλας λεπτό. Mα, δεν είναι αυτό μια κρίση, "σπαθί ριζωμένο στον βράχο", και αυτή η δουλειά ειδικά δεν αξίζει τέτοιας μονοπρόσωπης οπτικής. Ε, όχι λοιπόν, γιατί να καταταχθεί κάπου και κατά πόσο είναι απαραίτητο; Είναι ένας σύγχρονος ήχος. Περνάμε σε μια άλλη εποχή πια. Όλα αναμιγνύονται. Όλα συνυπάρχουν και άλλα προστίθενται.

Βεβαίως, σε αυτόν τον ποικιλόμορφο και ιδιαίτερο δίσκο ερχόμαστε αντιμέτωποι με πολλά στοιχεία. Kαι πολλές φορές progressive. Θα μας εκπλήξουν με τον τρόπο που κρύβονται. Χωρίς να φανεί απαραίτητο σας προτρέπω να ακούσετε το No4 του δίσκου. Μια 2η version του Empyrial (κομμάτι Νο3 που διαφημίστηκε πρώτα από όλα και μάλλον δικαίως). Πόσο ωραία αποδίδεται μόνο με δυο απλά όργανα!. Τα άλλα κρυμμένα προοδευτικά στοιχεία, μάλλον θα κληθείτε να τα ανακαλύψετε μόνοι σας.

Πλουραλισμός υπάρχει στην μελωδική ευρηματικότητα και παιχνίδια με τον ήχο που έχει ακόμα και fade in στα drums, στην αρχή του Apparitions το οποίο δεν είναι ένα απίστευτο και πρωτοφανές εύρημα αλλά καμιά φορά είναι σημαντικό το αν αποδίδεται με τον σωστό τρόπο. Και τι εννοούμε με τον σωστό τρόπο; Να μεταφέρει το κατάλληλο κλίμα σε όλο και περισσότερους.

Με μια ελπίδα, κάποια στιγμή, η ταλαντούχα τετράδα να διαβάσει αυτό το κείμενο (και με ένα όνειρο τρελό…), παραθέτω το ακόλουθο σαν ένα παράπονο για να τοποθετηθεί στα «κακά» αυτού του album. Το ‘Edge of the Earth’ είναι ένα βαρύ υλικό τόσο σε έμπνευση αλλά και σε λεπτά. Πολλά στοιχεία σε έναν δίσκο που άλλοι θα το λατρέψουν και πολλοί θα νιώσουν πως αυτό το ταβατούρι όντως κρατάει πολύ. 14 κομμάτια στο σύνολο, με 6 πεντάλεπτα, κάπου υπάρχει ένα εξάλεπτο και άλλο ένα εφτάλεπτο. Μήπως θα έπρεπε να κρατήσουν μερικά για κάποιον επόμενο δίσκο; Ο Βασικός λόγος είναι για να μένει και τίποτα στο μυαλό. Είναι εμφανέστατη η αγωνία του συγκροτήματος να συμπεριληφθούν όλο και πιο πολλά στοιχεία μέσα σε ένα δίσκο. Αυξημένη δημιουργική παραγωγικότητα θα μου πεις. Οκ...

Είναι η δεύτερη δουλειά για τους Βορειοευρωπαίους του Ηνωμένου Βασιλείου και δείχνουν αρκετά ικανοί να δεχτούν ένα χτύπημα παραδοχής, στην πλάτη από όλους τους παλαιότερους, από κάθε είδος, γιατί κάτι καλό έχει δημιουργηθεί εδώ. Σίγουρα μιλάμε για έναν από τους καλύτερους δίσκους φέτος (τουλάχιστον μέχρι τώρα) αλλά και ότι καλύτερο έχει να επιδείξει η σημερινή Αγγλία της σεβαστής, ειλικρινά, rock, electro pop, μιας καλοσκεπασμένης ανησυχίας του λαού για το μέλλον του, και ενός ανούσιου γάμου ενός διαδόχου με την διάσημη σύντροφο του.

Κείμενο: Θανάσης Καμπάνης