Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Kings Of Leon - Come Around Sundown

Ξεκινώντας αυτό το review θα ήθελα να δηλώσω αρχικά πως είχα ξετρελαθεί με το "Only By The Night" και αυτόν τον καινούριο ήχο που έφερνε στα ραδιόφωνά μας: τα λίγο ζορισμένα φωνητικά, τις ιδιότροπες ψιλο-country κιθάρες, καθώς και το πόσο μπορούσε να ταυτιστεί κανείς με κομμάτια όπως: sex on fire (με πονηρό χαμόγελο), closer, use somebody και λοιπά! Οι Kings Of Leon αξίζουν πραγματικά την φήμη που έχουν αποκτήσει, καθώς το "Only By The Night" ήταν στο σύνολο μια άρτια δουλειά, ακόμα και στα μέτρια κομμάτια της.
Το "Come Around Sundown" ήταν ένα από τα πιο αναμενόμενα album του 6μήνου. Έχοντας ακούσει ήδη το "Radioactive" δεν είχα ενθουσιαστεί, αλλά πάντα το πρώτο single είναι κάπως "πιασάρικο" και απευθύνεται στη μάζα (άουτς, αυτό πρέπει να πόνεσε!) οπότε περίμενα για τον ολοκληρωμένο δίσκο. Το album ξεκινά με έναν ιδιαίτερο τρόπο, με ένα κομμάτι που λέγεται "The End". Χαμογέλασα πλάγια και το άκουσα με ολοφάνερη την απογοήτευση στο πρόσωπό μου. Άσχημο ξεκίνημα, ένα μελαγχολικό κομμάτι με όμορφο μεν ρυθμό αλλά άνευρο, θα το προτιμούσα ίσως 3ο ή 4ο κομμάτι. Σε συναισθηματισμό θυμίζει αρκετά το "Closer" αλλά χωρίς να έχει τις μεγάλες στιγμές του Caleb με τα γυρίσματα που σε ρίχνουν στο πάτωμα βουρκωμένο. Συνέχεια έχει το "Radioactive" που ναι, στη προκειμένη σώζει κάπως τη κατάσταση. Ένα καθαρά ραδιοφωνικό κομμάτι και δεν είναι τυχαίο που έχει ξεχωρίσει μέχρι στιγμής. Κακό δεν το λες, αλλά του λείπει δυναμική. Εδώ να προσθέσω πως αν αγαπάς κάτι σε αυτή τη μπάντα, είναι σίγουρα τα ιδιαίτερα φωνητικά του Caleb, τα οποία δεν μπορείς να τα περιγράψεις απόλυτα. Τα αναγνωρίζεις με τη μία σίγουρα, η χροιά του είναι μοναδική, αν και ώρες ώρες σχεδόν δεν καταλαβαίνεις τι λέει. Αλλά και πάλι ταυτίζεσαι (σαν ακροατής) με την ερμηνεία του, με το πάθος που τραγουδάει, ειδικά σε κομμάτια του "Only By The Night" είναι προφανές αυτό. Δυστυχώς στο "Come Around Sundown" δεν είναι το ίδιο.
Συνεχίζοντας με το "Pyro" το οποίο έχει επίσης ξεχωρίσει από το album, όπως και το "Mary" που ακολουθεί, θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει κανείς flat, χωρίς κάτι που να τα κάνει να ξεχωρίζουν δηλαδή. Ήδη έχω αρχίσει να βαριέμαι. Ειδικά στο "Mary" υιοθετούν έναν vintage ήχο, κάτι που δεν τους ταιριάζει τόσο. Κάτι που με έχει κάνει να αναρωτιέμαι γιατί να το επιχειρήσουν, εφόσον ο ήχος που έχουν ήδη τους ταιριάζει απόλυτα και έχει επηρρεάσει τη rock μουσική σε παγκόσμιο επίπεδο... Το "The Face" είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα μπαλάντα, όμως και πάλι με άφησε κάπως απογοητευμένη καθώς δεν είχε σχεδόν κανένα δυνατό σημείο. Γενικά μέχρι στιγμής τα κομμάτια κινούνται σε πολύ χαμηλούς τόνους.
Το "The Immortals" ανεβάζει ελάχιστα τους τόνους, έχει έναν ασυνήθιστο ρυθμό πρωτότυπο, συμπαθητικό. Μεγάλη έκπληξη το "Back Down South" που θυμίζει λίγο από διαφήμιση Jack Daniel's, έντονη αμερικάνικη country διάθεση που έδεσε πολύ με το ύφος τους, ακούγεται ευχάριστα (επιτέλους). Το "Beach Side" τείνει προς το pop, όμως η ατμόσφαιρα που δημιουργεί είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει ο τίτλος του: καλοκαίρι, παραλία, διακοπές και διάφορα τέτοια ευχάριστα. Παρ'όλα αυτά οι στίχοι δεν έχουν ακριβώς το ίδιο νόημα... Όσο για το "No Money": "I got no money but I want you so", νομίζω πως ο στίχος τα λέει όλα (τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσε να αντικατοπτρίζει και την οικονομική κρίση...!!!).
Και φτάνουμε στο "Pony Up" το οποίο εύχομαι να το προωθήσουν στις ραδιοφωνικές λίστες, καθώς το κομμάτι ξεχωρίζει αρκετά από τα υπόλοιπα. Έχει τον χαρακτήρα του εμπορικού, δένει πολύ όμορφα με τη φωνή του Caleb αλλά οι κιθάρες κλέβουν την παράσταση. Το "Birthday" αρχικά νόμιζα πως είναι συνέχεια του προηγούμενου, αλλά απλά μοιάζει αρκετά! Όμορφο κομμάτι για αφιέρωση σε γενέθλια! Κλείνοντας με τα "Mi amigo" και "Pickup Truck", έντονος southern ήχος, με το "Mi Amigo" να υπερτερεί και λόγω νοήματος, χωρίς και πάλι να είναι κάτι το συναρπαστικό.
Με λίγα λόγια, οι Kings Of Leon μου έδωσαν την εντύπωση πως θέλουν να ησυχάσουν κάπως από την μεγάλη επιτυχία που σημείωσαν την προηγούμενη χρονιά, φτιάχνοντας έναν δίσκο ο οποίος σίγουρα δε θα τραβούσε τα βλέμματα, αλλά θα έδινε σημάδια από την μουσική που πραγματικά αγαπούν να παίζουν. Επίσης διέκρινα περισσότερο το στοιχείο του Νότου στη μουσική και στους στίχους τους και μια απομάκρυνση από το alternative και το πολύ εμπορικό. Προσεγμένη παραγωγή, προσωπικά θα ήθελα περισσότερο νεύρο και πιο δυνατές στιγμές μέσα στο album.

Κείμενο: Δευτεραίου Δέσποινα

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Alter Bridge : AB III

"ΑΒ ΙΙΙ" ο τίτλος του νέου album των Αlterbridge. Παρά τη λιτότητα του, το περιεχόμενο μας αποδεικνύει πολύ περισσότερα. Ένα  φιλοσοφημένο στιχουργικά album με  μεγάλη έμφαση στις  έννοιες τις πίστης ,παραπέμπει σε  εσωτερικές αναζητήσεις τις οποίες οι Alterbridge επιχείρησαν να μεταφέρουν σε στίχους. Μουσικά πολύ πιο δυνατό απ'τις προηγούμενες δουλειές τους, πάντα κρατάνε την ταυτότητά τους απλά αυτή τη φορά θυμίζουν πιο dark ατμόσφαιρα. Πλέον ο Myles γράφει τους στίχους των κομματιών τους, με αποτέλεσμα η ερμηνεία του να είναι πιο εσωτερική. Καθώς  παίζει και κιθάρα, με τη συμμετοχή του η μουσική των Alterbridge έγινε πιο δυναμική, δημιουργική και ανοιχτή.

«Slip to the Void» το πρώτο κομμάτι του «ΑΒ ΙΙΙ». Στα 3 πρώτα λεπτά ο Μyles Kennedy ψιθυρίζει στίχους που υποψιάζουν, πάνω σε μια απόκοσμη μελωδία μπάσου που έρχονται να συμπληρώσουν κιθάρες. Από το 3ο λεπτό του δίσκου γίνεται  η μεγάλη αλλαγή στον ήχο των Alterbridge, πιο άγριος και σκληρός απ'τα προηγούμενα album. Riffs που θυμίζουν κάτι από power metal και solos του Mark Tremonti ανεβάζουν τις ταχύτητες του κομματιού, κάτι που διατηρείται και στη συνέχεια του δίσκου. Ύστερα μας μεταβιβάζουν στο "Isolation", πιο γνώριμες Alterbridge μελωδίες, φανερά ενισχυμένες ,με στίχους για συναισθήματα μιας διαφορετικής οπτικής. "Ghosts of the days gone by" το επόμενο κομμάτι. Πιο ανάλαφρη μελωδία, λιγότερο δυναμικά vocals για αρχή, με στίχους για όσα πέρασαν και δεν θα ξαναρθούν, από τους  Alterbridge, που κάτι έχουν σε όλους να θυμίσουν. Στη συνέχεια, η μουσική ακολουθεί τη ροή και την ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι στίχοι, πιο βαθιά για λίγο και στην συνέχεια δυναμική, ο Myles μας θυμίζει τα θαύματα που μπορεί να κάνει με τη φωνή του. Στο "All hope is gone" , οι στίχοι εκφράζουν  πεσιμισμό, ενώ φωνή και solos βρίσκονται σ'ένα  όμορφο σύνολο. "Still remains" και δυνατό μπάσο, drums, σε πιο progressive metal style. Πιο μελαγχολικό κομμάτι, παρά τα άγρια κιθαριστικά στοιχεία, με συμπέρασμα "Your free will still remains". Εδώ ο ήχος των Αlterbridge μαλακώνει σε σχέση με ότι προηγήθηκε, ακούμε electro-vocals απόηχους και solos, σ'ένα δυναμικό αλλά ταυτόχρονα  πιο soft κομμάτι. Τη θέση του δίνει σ'έναν ύμνο των Alterbridge, το "Wonderfull Life", απ' ότι φαίνεται γραμμένο για έναν χαμένο πρόσωπο- στίχοι γεμάτοι συναίσθημα και ευαισθησία. Συνεχίζει να μεταδίδει κάτι νοσταλγικό, παρά την ένταση που αποκτά αργότερα. "Ι know it hurts", η ενέργεια αλλάζει πάλι με πιο δυνατούς ήχους , σκληρά riffs αλλά με  στίχο που κάνει μια αναδρομή στα "worth-fighting for" του καθενός. Tα "Give me a sign",  "Fallout" και "Breath again" ακολουθούν την ίδια πορεία- δυναμική ενέργεια, χωρίς την επιθετικότητα των προηγούμενων.  Tο "Coeur d' Alen", σκοτεινό κομμάτι, με τίτλο από μια πόλη των ΗΠΑ, που στ' αγγλικά σημαίνει "Heart of an Awl.". Πλησιάζοντας προς το τέλος, το "Life must go on", ξεκινώντας με γλυκιά μελωδία, εξελίσσεται σε μια δυνατή μπαλάντα. Οι Alterbridge κλείνουν το δίσκο τους  με το "Words darker than their wings", δυναμικό κομμάτι, κλιμακωτή ενέργεια, και ένταση σε φωνή και μουσική, ότι πρέπει για το τελείωμα.

Το πολυαναμενόμενο come back των Alterbridge πραγματοποιήθηκε με το "ΑΒ ΙΙΙ".H RoadRunner records, που τους πρόσφερε ότι χρειάστηκαν για να δημιουργήσουν έναν γεμάτο ήχο, καθώς έγραψαν στίχους που θα προβληματίσουν. Το να ακούσει κανείς αυτό τον δίσκο είναι μια διαδικασία που αξίζει να μπεί και να ακολουθήσει το concept αυτό που πρόσφεραν μετά από τρία χρόνια ξανά οι Alterbridge.

Κείμενο : Β.Μ.          

Wolfcry : Glorious


Μετρώντας σχεδόν 20 χρόνια ύπαρξης και έχοντας κυκλοφορήσει 3 εξαιρετικούς δίσκους (Power Within-2001, Nightbreed-2003, Warfair-2005) καθώς και ένα demo στα πρώτα τους βήματα (The Ivory Tower-1998) οι Wolfcry επανέρχονται στο προσκήνιο έπειτα από 5ετή απουσία με το τέταρτο-αριθμός ρεκόρ για ελληνική μπάντα-album τους Glorious.
     Ο δίσκος ανοίγει με το επιβλητικό God Of Deception, το οποίο και επιλέχθηκε για το πρώτο video clip της μπάντας. Γρήγορο και δυνατό heavy/power δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αμφισβήτηση της συνθετικής ή εκτελεστικής δεινότητας τους. Συνέχεια με άκρως εμπνευσμένες συνθέσεις-ιδανικά ενορχηστρωμένες-με μεγάλη ποικιλία στα  φωνητικά και εξαιρετική δουλειά στις κιθάρες με τα πλήκτρα να συνοδεύουν διακριτικά. Όμορφες και συνάμα δυνατές μελωδίες(FadinVisions) δίνουν τη σκυτάλη σε επιθετικά riff (Payback Time). Άλλοτε τρελαμένοι ρυθμοί και άλλοτε πεσμένες ταχύτητες με το επικό στοιχείο να κυριαρχεί στο δίσκο(God Of Deception,Holocaust Of Nothing,I The Sinner) χωρίς αυτό να σημαίνει πως η μουσική τους κινείται σε στενά πλαίσια δίχως εξέλιξη. Σταθερή αξία τα φοβερά ρεφρέν, τα riff που σου κολλάνε στο μυαλό καθώς και τα επικά-ομαδικά backup vocals. Αν και είναι αρκετά δύσκολο να διαλέξω ή να ξεχωρίσω κάποιο κομμάτι μέσα από αυτό το album, μιας και δεν υπάρχει ούτε δευτερόλεπτο περιττό ανάμεσα σε αυτό το δημιούργημα, ίσως να διάλεγα το I, The Sinner καθώς πιστεύω τους πάει ένα σκαλί πιο πάνω συνθετικά συνδυάζοντας άψογα τα μουσικά μονοπάτια που κινείται η μπάντα.  
     Σε σχέση με τον προκάτοχο του (Warfair) είναι αισθητή η μείωση των πλήκτρων, τα οποία συμβάλουν καθοριστικά σε κάποια σημεία(βλ.I, The Sinner, Face The Fear) αλλά χωρίς να ηγούνται των συνθέσεων. Υπάρχει εξέλιξη όσον αφορά στα τύμπανα (ταχύτητα, αλλαγές) αλλά ιδιαίτερα στην φωνή. Μια φωνή που γίνεται οικεία (κατά έναν περίεργο τρόπο) από το πρώτο άκουσμα, μελωδική και ταυτόχρονα επιθετική με μεγάλο εύρος και δυνατότητες. Ιδιαίτερη αναφορά όμως πρέπει να γίνει στον κιθαριστικό τομέα καθώς υπεύθυνος για την εκπληκτική δουλειά που έχει γίνει είναι ο γνωστός “βετεράνος” της σκηνής Ηλίας Κόσκορης (Dark Nova) ο οποίος αποτελεί σταθερό μέλος της μπάντας σχεδόν τα 3 τελευταία χρόνια και αυτή είναι η πρώτη-και πολύ επιτυχημένη-δισκογραφική συμμετοχή του ως μέλος των Wolfcry. 
    Χωρίς λοιπόν να αναπαράγουν τον εαυτό τους, οι Wolfcry έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν έναν δικό τους ήχο προσφέροντας πάντα κάτι διαφορετικό. Ίσως σε αυτό να έχουν βοηθήσει και οι αλλαγές που έχουν γίνει στο line up τα τελευταία χρόνια, εκτός από την αγάπη των μελών  και την αφοσίωση τους σε αυτό που κάνουν. Κλισέ ατάκα μεν αλλά σίγουρα δεν έχουν κάτι να ζηλέψουν από αντίστοιχες ξένες σκηνές. Μάλλον να παραδώσουν μαθήματα, θα έλεγα εγώ. Να σημειωθεί ότι το mastering του δίσκου έγινε από τον Tommy Hansen (Helloween, Pretty Maids, Heavens Gate) στα Jailhouse Studios. Κάτι που ανεβάζει εκτός από τον πήχη της ελληνικής σκηνής και τις προσδοκίες των οπαδών του group για το μέλλον. Πέρασαν χρόνια από την τελευταία τους δουλειά αλλά τώρα αν λάβουμε υπόψη το Glorious αλλά και τα συνεχή live ένα πράγμα μόνο μένει να πω….The Pact Is Back

Κείμενο : Αντώνης Κοντογιάννης

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

The Ocean : Anthropocentric

Εξετάζοντας το υλικό των The Ocean και συγκρίνοντας μεταξύ τους όλες τις δουλειές που έχουν εκδώσει μέχρι τώρα είναι εμφανής η εξέλιξή τους όπως και η δημιουργικότητα με την τεράστια όρεξη για σύνθεση που έχουν δώσει 7 δίσκους μέσα σε 8 χρόνια. Οι σχεδόν 40 μουσικοί που έχουν περάσει από τις τάξεις της μπάντας έδωσαν διαφορετικά χαρακτηριστικά από τον πρώτο, έως τον τελευταίο.
Η αρχή γίνεται το 2002 με το άγνωστο “Islands/Tides” ενώ το 2003 με το ορχηστρικό “Fogdiver” το οποίο κινείται μεταξύ progressive, post και sludge, αλλά στα πολύ καθαρά του. Το όλο ριψοκίνδυνο εγχείρημά τους αποδεικνύεται εξαιρετικό για πρώτη δουλειά και προμηνύει τα μεγάλα πράγματα που έπονται. Σειρά παίρνουν τα “Fluxion” και “Aeolian” και οι τόνοι ανεβαίνουν μαζί με την μουσική ποιότητα που εκτοξεύεται στα ύψη με εκρηκτικές και μεστές συνθέσεις. Συνέχεια με το διπλό και ανεπανάληπτο “Precambrian” στο οποίο οι νέοι μουσικοί δίνουν νέα κατεύθυνση αλλά με τον ίδιο προορισμό και αφήνουν άφωνους κριτικούς και ακροατές. Επόμενο το “Heliocentric”, δίσκος με νέα στοιχεία, όπως τα καθαρά φωνητικά όπου επιτέλους μια σκληρή μπάντα τραγουδάει όμορφα.
Και φτάνουμε στον αδερφικό δίσκο του τελευταίου, το “Anthropocentric”. Όπως λέει και ο τίτλος “ανθρωποκεντρικός”, η θεματολογία του κινείται γύρω από τον άνθρωπο ως ον που ψάχνει την αλήθεια για το παραφυσικό, κάτι που λίγοι θα προσέξουν και ακόμα πιο λίγοι θα εκτιμήσουν. Όμως εδώ σταματούν τα όποια αδιάφορα στοιχεία.
Η φιλοσοφία του κινείται όμοια με αυτή του “Heliocentric” αλλά με κάποιες διαφορές στο ύφος το οποίο έχει σκληρύνει ελαφρώς. Οι συνθέσεις ξεδιπλώνονται η μια πίσω από την άλλη κρατώντας το αυτί κολλημένο στα ηχεία και ίσως ένα μόνιμο χαμόγελο καθ’ όλη τη διάρκεια. Κομμάτια αντισυμβατικά μεταξύ τους αλλά άρρηκτα συνδεδεμένα μουσικά δίνουν τόσο χρώμα σε έναν δίσκο που η μουσικότητα ήταν το παν για τον Robin Stapps και την νέα του παρέα.
Ο χαρακτήρας του δίσκου θα μπορούσε να προσδιοριστεί με κάποιους όρους όπως προοδευτικός, post metal, sludge, πειραματικό και avant-garde, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, προσπαθώντας να κατευθύνουν κατά κάποιο τρόπο το κοινό που δεν τους γνωρίζει. Η αλήθεια είναι πως τα παραπάνω ισχύουν αλλά διαθέτουν κι από ένα στοιχείο που τους διαφοροποιεί. Ο ήχος τους είναι πολύ τραχύς για να είναι post, πολύ καθαρός για να είναι sludge κι άλλοτε φαίνεται κλασικός για να είναι progressive.
Τραγούδια όπως το “She Was The Universe” ή και το ομώνυμο “Anthropocentric” αποτελούν τόσο ολοκληρωμένες συνθέσεις που μέσα τους φαντάζει να περνά όλη η ιστορία της rock των 2 τελευταίων δεκαετιών. Γυρίσματα που θυμίζουν έως και Opeth, ρεφραίν με εκπληκτικές μελωδίες στα φωνητικά, παράλληλα με αυτές των εγχόρδων και άγρια σημεία για ψυχική, άρα και σωματική εκτόνωση χαρακτηρίζουν αρκετά κομμάτια. Σε άλλα, πιο ιδιαίτερα, όπως το “A Tiny Grain Of Faith” με τα γυναικεία φωνητικά του δίνουν μια ατμόσφαιρα κάθαρσης στην όλη μυστηριακή του διάθεση. Το οποίο δίνει την θέση του σε έναν metal ύμνο, το “Sewer of the Souls”. Με την έναρξή του όλοι οι μουσικοί καταπιάνονται με ένα οργιώδες groovy θέμα που κολλάει στον τοίχο τα πάντα με την ενέργειά του καθώς τα drums σαρώνουν με γεμίσματα, την απίστευτη παραγωγή να δίνει στο μπάσο πρωταρχικό ρόλο σε ένα ούτως ή άλλως απογειωμένο, από τα riff του, κομμάτι. Σε άλλα υπάρχει διάχυτη μια “νεο-progressive” άποψη βασισμένη άλλοτε σε κοφτές μελωδίες κι άλλοτε σε απλούς πειραματισμούς, χωρίς να χρειάζεται να γίνονται πολύπλοκοι. Τα φωνητικά κυμαίνονται από τα αρκετά άγρια που μας είχαν συνηθίσει μέχρι τα εξαιρετικά μελωδικά τα οποία πλέον, όπως και στο “Heliocentric” λαμβάνουν σημαντικότερη θέση και συμβάλλουν τα μέγιστα στην εικόνα των τραγουδιών.
Για την εργασία που έχει γίνει πάνω στο artwork του δίσκου τα σχόλια περιττεύουν. Κάλλιστα τα εξώφυλλά τους, αλλά και κάποια από τα εσώφυλλά τους, θα μπορούσαν να αποτελούν έργα αξίας και αυτά του “Anthropocentric” δεν αποτελούν εξαίρεση. Συμβολισμός και σχεδίαση που μόνο 4 – 5 μπάντες όλων των ειδών μουσικής διαθέτουν στους δίσκους τους.
Ένα γεγονός το οποίο έφερε απογοήτευση ήταν φυσικά ο αποκλεισμός του ελληνικού κοινού από την φετινή τους ευρωπαϊκή περιοδεία μαζί με τους απίστευτους “The Dillinger Escape Plan”, οι οποίοι μας επισκέφτηκαν. Και γιατί άραγε να πραγματοποιήσουν δεύτερο σκέλος συναυλιών στο οποίο έπαιζαν support στους Anathema και να χαντακώσουν τους εαυτούς τους;
Σίγουρο πάντως είναι ότι τo τελευταίο τους album θα είναι μέσα στα πέντε κορυφαία της χρονιάς. Φρέσκος ήχος που συγκινεί αλλά παράλληλα είναι σαρωτικός και ξεσηκώνει.

Τα μεγάλα συγκροτήματα του παρελθόντος (Metallica, Iron Maiden κτλ) έκαναν το χρέος τους προς την μουσική, άσχετα με το αν έχουν να δώσουν καλούς δίσκους ακόμα. Η νέα γενιά, όπως οι Mastodon και οι Baroness, είναι εδώ και μαζί με τους The Ocean σώζουν το heavy metal (ή και το rock) από το τέλμα του.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Starkweather : This Sheltering Night


Το ύφος και η καλλιτεχνική αξία ουδέποτε συμβάδιζαν. Πολλοί ποιητές και λογοτέχνες είχαν χαρακτηριστεί αιρετικοί στην εποχή τους για την θεματολογία τους, όπως ο Καζαντζάκης με το «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του οποίου η Εκκλησία της Ελλάδος έριξε τόσες κατάρες όσες έχουν ρίξει οι κακές μάγισσες σε όλα τα παραμύθια μαζί. Ή όπως ο Σαρλ Μποντλαίρ με «τα άνθη του κακού» για την οποία συλλογή καταδικάστηκε για προσβολή της δημόσιας αιδούς. Στην ζωγραφική αντίστοιχα πολλά έργα που απεικονίζουν σφαγές, συμπλοκές ή και δολοφονίες μπορεί να αποτρέπουν πολλούς από το να τα προσέξουν και κατ’ επέκταση να τα θαυμάσουν, όμως η αξία τους σαν τέχνη μπορεί να είναι μεγάλη όσο σκληρό κι αν είναι το θέμα τους ή όσες επικρίσεις κι αν έχουν δεχθεί.
Η μουσική έχει αποδειχθεί κι αυτή πρόσφορο έδαφος για διχογνωμίες και εκδιώξεις ανά τις δεκαετίες. Στις αρχές του 20ου αιώνα αυτό που τότε έπαιζαν οι Αφροαμερικανοί (ένα είδος πρώιμης jazz) αντιμετωπιζόταν από τους λευκούς ως «μουσική του σατανά» μόνο και μόνο επειδή διέθετε έντονο ρυθμό, στοιχεία αλλά και χορό που εκείνη την εποχή ήταν πρωτόγνωρα και παρέπεμπαν σε Αφρική, κάτι που όλοι θεωρούσαν πρωτόγονο και παγανιστικό. Στη συνέχεια την σκυτάλη πήρε η κλασική ροκ, με την μανία πολλών θρησκόληπτων να την κυνηγούν, μετά το metal και τελευταία το black, death κ.ο.κ. Όμως δεν χωράει αμφιβολία ότι για όλες αυτές τις μουσικές υπάρχουν έργα αξίας, που μπορούν να παραμερίσουν το, πολλές φορές, ακραίο (για την εποχή τους) ύφος.
Η αναγνώριση είναι ένα μεγάλο θέμα για μια μπάντα από την Αμερική, τους Starkweather. Βρίσκονται στο προσκήνιο εδώ και πολλά χρόνια χωρίς να διαθέτουν έναν αριθμό οπαδών ικανό να δικαιολογήσει περιοδεία στο εξωτερικό. Η ικανότητα σύνθεσης και η αντίληψη για την μουσική τους όμως διαθέτει μια ιδιαιτερότητα που σίγουρα δεν περνά απαρατήρητη. Η προηγούμενη δουλειά τους, το «Croatoan» θεωρείται από πολλούς εκπληκτικό έργο της progressivehardcore σκηνής, αν μπορούμε να το κατατάξουμε εκεί, καθώς το βάθος του είναι τέτοιο που καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα του σκληρού ήχου.
Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να επανέλθουν στην δισκογραφία με το «This Sheltering Night» και να μποϊκοτάρουν για μια ακόμη φορά τα κοινότυπα ρεύματα του heavy metal γενικότερα. Ακραία αντισυμβατικός, πολύπλοκα ψυχεδελικός και βαρύς είναι κάποιες περιγραφές που ίσως να πλησιάζουν στον χαρακτήρα του δίσκου που προχωρά ακόμα παραπέρα από τον προκάτοχό του και δίνει στον ακροατή να καταλάβει πως δεν θα ξεμπερδέψει έτσι εύκολα μαζί του.
Τα κομμάτια αποτελούνται από μελωδίες που βαδίζουν πάνω σε μια λεπτή γραμμή μεταξύ καλλιτεχνικού μεγαλείου και δυσβάστακτου ακούσματος. Μπορεί να κυμαίνονται από μίνιμαλ riffs συνοδευόμενα από πολύπλοκα drums μέχρι όργια κιθάρων κι από progressive σημεία μέχρι επελάσεις που προσφέρονται για εκγύμναση του αυχένα. Οι εναλλαγές στο παίξιμο είναι αμέτρητες και δείχνουν πως δεν θέλουν να αφήσουν  κανέναν να ηρεμήσει ούτε για δευτερόλεπτο. Ακόμη και στα πιο ήρεμα και «jazzιστικά» τους χρησιμοποιούν ακραία φωνητικά αντί για καθαρά που θα ήταν η λογική ροή του κομματιού. Τα οποία και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των τραγουδιών των Starkweather. Αυτά μπορεί να είναι είτε τα ανάλογα με την βαρύτητά τους, δηλαδή τόσο βαριά κι απεγνωσμένα, που παραπέμπουν σε κάποιον παρανοϊκό, είτε σε πιο hardcore μοτίβα που προσδίδουν την απαραίτητη επαναστατική επιθετικότητα, είτε εκπληκτικά καθαρά και μελωδικά (η χροιά του τραγουδιστή Rennie Resmini θυμίζει έντονα τον συγχωρεμένο Jello Biafra των Dead Kennedys) τα οποία δίνουν μια άλλη αίσθηση, ελαφρώς ψυχεδελική και ταυτόχρονα αμβλύνουν αυτήν την άγρια επιφάνεια της πρώτης φωνής, καθώς όλα τα είδη μπορεί να συνυπάρχουν σε ένα σημείο. Πολλές λεπτομέρειες πεταμένες ηθελημένα δεξιά και αριστερά όπως ο συνεχόμενος ήχος της καμπάνας και η σχεδόν αυτοσχεδιαστική τρομπέτα στο «Bustuari» ή κάποιες αφηρημένες νότες της κιθάρας, συμπληρώνουν ένα ποιοτικότατο σύνολο το οποίο όμως απαρτίζεται κυρίως από τις έξοχες συνθέσεις τους.
Μεταξύ των κύριων κομματιών παρεμβάλλονται κάποια δευτερεύοντα, ηλεκτρονικά στην πλειοψηφία τους και αρκετά αξιόλογα, τα οποία ανήκουν σε φίλους και συνεργάτες τους και κινούνται σε ψυχεδελικό ύφος απλά και μόνο για τα πέφτουν λίγο οι τόνοι μέχρι το επόμενο σοκ.
Η εκτελεστική ικανότητα των μελών της μπάντας είναι σε επίπεδα που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της μουσικής παιδείας τους. Τα drums βρίσκονται σε μόνιμη υπερδιέγερση και συμβαδίζουν με την όλη νοοτροπία της κιθάρας, η οποία με την σειρά της χαράζει νέους δρόμους στο συγκεκριμένο μουσικό είδος. Το μπάσο ίσως να είναι το πιο συμβατικό των οργάνων, όμως κι αυτό συμμετέχει εξίσου και προσφέρει μελωδίες που ανά διαστήματα παραπέμπουν σε λίγο πιο fusion παίξιμο.
Το όλο άλμπουμ χαρακτηρίζεται από μια σαφέστατη προοδευτική άποψη αλλά η οποιαδήποτε περιγραφή ίσως το αδικεί. Γεγονός είναι πως πρόκειται για κάτι το ακραίο σε βαρύτητα, σύνθεση και γενικά μουσική προσέγγιση ή πιο απλά για έναν από τους πιο αντισυμβατικούς δίσκους των τελευταίων ετών. Η διαφοροποίησή του από τα υπόλοιπα είναι που το κάνει τόσο ξεχωριστό για κάποιους, ενώ για πολλούς θα φανεί δυσβάστακτο στα αυτιά τους. Αξίζει όμως από όλους τουλάχιστον ένα προσεκτικό άκουσμα.

Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Crushing Sun : TAO


Μια τάση που έχει επικρατήσει τελευταία στον χώρο του death metal είναι η στροφή προς μια πιο καλλιτεχνική κατεύθυνση, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα και progressive metal με την μορφή που του έχουν δώσει οι κλασικοί Dream Theater. Προοδευτική μουσική σίγουρα, η οποία όμως δεν στηρίζεται μόνο στην εκτελεστική δεινότητα των μελών της, αλλά στην άποψή τους γύρω από αυτήν, όπως για παράδειγμα οι Mastodon που με κάθε δίσκο τους έδιναν μια νέα πνοή σε μια σκηνή που είχε αρχίσει να υπολείπεται πρωτοτυπίας.
Πολλές μπάντες πλέον διαφοροποιούνται από το σύνολο μέχρι εκεί που τους επιτρέπει η άποψή τους. Άλλωστε δεν μπορούν να βγαίνουν κάθε μήνα νέοι Tool ή The Dillinger Escape Plan. Μια λοιπόν που προσπαθεί και καταφέρνει να ενισχύσει μια σχετικά προοδευτική εικόνα είναι και οι Crushing Sun οι οποίοι σαφώς και παίζουν death metal όμως διαθέτουν μια διαφορετική γνώμη για το πώς μπορεί κάποιος να το εξελίξει.
Ο ήχος των Πορτογάλων μπορεί να θυμίζει λίγο τους νέους Sepultura ως προς την παραγωγή και τον στόμφο που δίνει αυτή σε κάποια riff, όμως η προσέγγιση φέρνει στo νου περισσότερο τους Gojira, καθώς είναι εμφανές ένα στοιχείο διαφορετικότητας στα τραγούδια τους.
Ο δίσκος με τον αινιγματικό τίτλο «TAO» ξεκινά με ένα απόκοσμο αλλά παράλληλα μεγαλειώδες θέμα στις κιθάρες και τα drums σε έναν καταπληκτικό ρυθμό μεσαίων ταχυτήτων ενώ όσο περνά ο χρόνος του οι εναλλαγές θυμίζουν σαφώς Gojira όμως είναι περισσότερες και διαθέτουν αρκετή ποικιλία σε ήχους. Κατά την διάρκειά του κάνουν την εμφάνισή τους διάφοροι ρυθμοί, χωρίς να κάνουν κινήσεις εντυπωσιασμού, δίνοντας όμως αρκετό χρώμα στα κομμάτια και τον drummer να παίζει εξαιρετικά, δίνοντας ένα έντονο progressive στίγμα ανά περιόδους. Οι επιρροές του γίνονται εμφανείς στο «Janes Trail», όπου θυμίζει το παίξιμο του Bran Dailor των Mastodon με τα γεμίσματά του, χωρίς να γίνεται βέβαια αντιγραφέας. Τα έγχορδα κινούνται σε πιο μίνιμαλ ύφος όμως τα εκπληκτικά riff τους είναι που κάνουν ουσιαστικά όλη τη δουλειά. Εξαιρετικό το «Grey Scent» με την αλλαγή από το ανατολίτικο θέμα με τις διπλές μπότες στα διακεκομμένα blast beats, όπως και το καθαρά post «Love» το οποίο παραπέμπει έως και σε Isis. Αρκετή ποικιλία λοιπόν σε μελωδίες, ταχύτητες αλλά και στο ύφος της μουσικής (αν και τα φωνητικά μένουν στο ίδιο μοτίβο σε όλο τον δίσκο) συμπληρώνουν ένα σύνολο άξιο αναγνώρισης από τους οπαδούς του είδους.
Αρκετά όμορφο και συμβολικό το εξώφυλλο με το αδιευκρίνιστο ζευγάρι να βαδίζει σε έναν δρόμο από τον οποίο ξεφυτρώνουν τα όργανα των πέντε αισθήσεων, δίνει το απαραίτητο οπτικό ερέθισμα.
Κάποιοι ίσως να διακρίνουν επιρροές από The Ocean ή και από Neurosis ωστόσο η βάση τους είναι death metal, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, όπως θα σκεφτεί κάποιος που βρίσκει τα φωνητικά της σκηνής αυτής αποκρουστικά. Από εκεί και πέρα η δουλειά τους δεν είναι το μεγάλο νέο στον σκληρό ήχο. Είναι όμως μια σκεπτόμενη προσπάθεια άξια προσοχής σε έναν χώρο που δεν υπάρχουν πολλές ανάλογες, δεν θέλει να οδεύσει στην πεπατημένη και διαλέγει να εμπλουτίσει τον ήχο της με διάφορα προοδευτικά στοιχεία, είτε με την ετυμολογική, είτε με την κλασική έννοια του όρου progressive rock.

Κείμενο  : Βασίλης Μπακογιάννης