Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Grayceon – All We Destroy (Profound Lore Records)


Από ό,τι φαίνεται το μουσικό σύμπαν έχει μεγάλες ομοιότητες με το αντίστοιχο υλικό, με κυριότερη την ολοένα και επεκτεινόμενη φύση του. Μπορεί μέχρι σήμερα να έχουν παιχτεί όλα, όπως θεωρούμε, αλλά πάντα θα ξεφυτρώνει κάτι που θα μας εκπλήσσει, όχι απαραίτητα λόγω παρθενογένεσης, αλλά λόγω κάποιων στοιχείων που ωθούν σιγά – σιγά προς την πρόοδο ενός ήχου. Άλλωστε απαράβατος κανόνας για την εμφάνιση κάτι νέου είναι πως πρέπει να γίνεται ένα βήμα κάθε φορά και η αλλαγή να έρθει με αργό ρυθμό ώστε να αφομοιωθεί από το περιβάλλον του. Η αποδοχή ή η απόρριψη βέβαια ποτέ δεν είναι προβλέψιμη.
Εδώ και κάποια χρόνια υπάρχει ένα αμερικάνικο συγκρότημα, οι Grayceon, που έχει επηρεαστεί από άλλα μεγαλύτερα κι αυτό με τη σειρά του κάνει το δικό του βήμα προς την εξέλιξη του είδους. Μπορεί το όνομα της Jackie Perez Gratz να μην σας λέει τίποτα, όμως τουλάχιστον οι μπάντες για τις οποίες έχει ηχογραφήσει δίνουν ένα στίγμα. Neurosis, Agalloch, Amber Asylum, Asunder, Cattle Decapitation και Om είναι τα κυριότερα ενώ οι Giant Squid, των οποίων αποτελεί κύριο μέλος, εξέδωσαν πριν 2 χρόνια το “The Ichthyologist”, έναν εκπληκτικό κι ανοιχτόμυαλο δίσκο πέρα από τα τετριμμένα οποιασδήποτε σκηνής.
Το “All We Destroy” αποτελεί το τρίτο άλμπουμ για τους Αμερικανούς, με το οποίο ξεπερνούν τους εαυτούς τους, συνδυάζοντας την κλασική παιδεία του τσέλου της Gratz, με την metal προσέγγιση του κιθαρίστα Max Doyle και την ελαφρώς progressive του drummer Zack Farwell. Όπως καταλάβατε, δεν υπάρχει μπάσο, όμως μην ανησυχείτε γιατί η απουσία του καλύπτεται απολύτως από το παίξιμο της Jackie.
Η ποικιλία στις μελωδίες, στις ταχύτητες και στις συνθέσεις είναι τόσο μεγάλη που ουσιαστικά το όλο εγχείρημα πρέπει να θεωρείται αρκετά προοδευτικό ή progressive αν θέλετε, αλλά με την ετυμολογική έννοια του όρου. Μπορεί να μην υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν ξαναπαιχτεί και ίσως μάλιστα να θυμίσουν πολλά, όμως η προσέγγιση του συγκροτήματος είναι μοναδική, λόγω τσέλου και της συνθετικής νοοτροπίας που φέρνει το συγκεκριμένο όργανο. Πάρτε για παράδειγμα το εναρκτήριο κομμάτι “Dreamer Deceived”, αργό και βαρύ όπως κάνουν οι Neurosis με τον ήχο – σήμα κατατεθέν τους, αλλά προσθέστε το, πολλές φορές βιρτουόζικο στυλ της Gratz, το οποίο δίνει εκπληκτικά χρώματα στο τελικό αποτέλεσμα είτε με το κύριο riff που φέρνει από τεθλιμμένο βαρύ εμβατήριο έως και σε progressive ανάπτυγμα, είτε με τις απαλές μελωδίες που ανά σημεία αμβλύνει τα “μίση και τα πάθη”. Το πόσο απρόβλεπτοι μπορούν να γίνουν φαίνεται καθαρά στο σχεδόν thrash Shellmounds”, όπου η κιθάρα παίρνει τα ηνία και τα drums ανεβάζουν ταχύτητες προσφέροντας ένα υβρίδιο άγριας και εκλεπτυσμένης ταυτόχρονα μουσικής που αφήνει εκείνο το γνωστό και γεμάτο νόημα, χαμόγελο στα χείλη. Άλλη μια κορυφαία συνθετική στιγμή έρχεται με το 15λεπτο “We Can” όπου τσέλο και κιθάρα ξεκινούν σε αργό μοτίβο για να αρχίσουν να απογειώνουν σιγά – σιγά το τραγούδι και να φτάσουν στο αποκορύφωμα, εν μέσω φορτισμένης ατμόσφαιρας και progressive συμπεριφοράς με την οποία άνετα οραματίζομαι έναν παροξυσμό σε κάποια συναυλία τους. Η φωνή της Gratz, ζεστή και καθαρή επί τω πλείστον, την αναδεικνύει πέρα από εξαιρετική μουσικό και σε τραγουδίστρια ενώ μαζί με την πολύπλευρη προσωπικότητα των Doyle και Farwell μετατρέπουν την κάθε σύνθεση σε νέα εμπειρία. Όπως στα “Once a Shadow” και “Wars End”, όπου το ονειρικό ξεκίνημα της κλασικής κιθάρας και των λεπτών μπαρόκ νότων του τσέλου συνδυάζεται με μια απερίγραπτη φωνητική μελωδία, κάνοντάς με να σκεφτώ την τελευταία φορά που άκουσα κάτι τόσο απλό και εκπληκτικό μαζί. Εντύπωση μου έκανε το “A Road Less Travelled” με την thrash νοοτροπία να εμφανίζεται πάλι (οι Doyle και Farwell άλλωστε είναι πρώην μέλη των thrashers Walken) και τα blastbeats να τρέχουν μαζί με μια αγριεμένη, σε punk ύφος φωνή κι ένα σκοτεινό και βαρύ κλίμα να κατακλύζει τη σύνθεση.
Αυτό είναι με λίγα λόγια το “All We Destroy” των Grayceon. Από τη στιγμή όμως που μια εικόνα χρειάζεται 1000 λέξεις για να περιγραφεί, φοβάμαι να σκεφτώ πόσες θέλει ένας ήχος, πόσο μάλλον ένας ολόκληρος δίσκος κι ακόμη περισσότερο ένας καλός δίσκος. Οπότε κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και δεν ξέρω... κατεβάστε το, αγοράστε το, κλέψτε το, υποκλέψτε το, δανειστείτε το, αλλά ακούστε το τέλος πάντων. Είναι καλό... πολύ καλό.

Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης