Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Beyond Perception – Blood & Whiskey (DSN music)


Η έμπνευση είναι μια αυστηρά προσωπική υπόθεση για τον κάθε καλλιτέχνη. Ο Στράους έγραψε για το χρώμα του Δούναβη, ο Βιβάλντι για την φύση και τις εποχές της και πάει λέγοντας. Άλλοι γοητεύονται από ανθρώπους κι αφιερώνουν το έργο τους σε αυτούς. Κάποια μνηστή, είδωλο, ήρωας ή μάρτυρας, ακόμη κι απλοί διάσημοι, αποτελούν την πρώτη ύλη των ανησυχιών αρκετών μουσικών. Πώς θα σας φαινόταν λοιπόν αν για κάποιον, αποτελούσε κύρια πηγή έμπνευσης ο ένας και μοναδικός ηθοποιός που έχει φιλοδωρήσει με μπούφλες έναν αριθμό κομπάρσων, ικανό για την δημιουργία νέου κράτους, ο κύριος εκφραστής του καρπαζο-κινηματογράφου αρκετών δεκαετιών πίσω, ο μέγιστος Bud Spencer! Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Έλληνες Beyond Perception.
Πώς θα μπορούσε άραγε να ηχεί το δεύτερο άλμπουμ της τετράδας, με τίτλο “Blood & Whiskey”, με πρωταγωνιστή τον συμπαθέστατο Bud; Ανάλογα με τα κιλά του φυσικά, δηλαδή πολύ βαρύ.

Το συγκρότημα διαθέτει μια συγκεκριμένη προσέγγιση στα περισσότερα κομμάτια του δίσκου κι όπως φαίνεται κι από το comic artwork είναι γεμάτο αλκοόλ, βρώμικο λεξιλόγιο και αντρικές καταστάσεις γενικότερα.
Στο προκείμενο τώρα, το εναρκτήριο “By the power of the engine” ξεκινά με ένα απίστευτα groovy riff που κάνει ακόμη και τους πλέον αντίθετους σε αυτό το είδος να κουνήσουν το κεφάλι τους και το μπάσο να κάνει κινήσεις εντυπωσιασμού με τα slap του. Το όλο κλίμα μου θύμισε κάτι από midtempo thrash και σε συνδυασμό με τα άγρια hardcore φωνητικά, μου έφερνε στο νου κάτι από Pantera χωρίς βέβαια τα solo του Dimebag, αλλά με αυτή την αντίληψη περί κοπανήματος του μεγάλου αυτού συγκροτήματος. Η συνέχεια ίδιας διάθεσης, με το “Million earning whore” που πέρα από την εισαγωγή, κυμαίνεται μεταξύ άλλου ενός groovy riff και ορισμένων αλλαγών, όλα σε αρκετά southern ύφος που τείνει ακόμη περισσότερο σε Pantera, τόσο σε μουσική όσο και σε φωνή. Ώρα για το – ουσιαστικά ομώνυμο – τραγούδι με τίτλο “Bud Spencer”, το οποίο αρχίζει με κάποια λόγια του ίδιου μαζί με τα απαραίτητα ηχητικά εφέ των καρπαζιών του, που μάλλον τότε έφτιαχναν με το στόμα κι ένα βαρύτατο κι αργό θέμα στις κιθάρες που πάει γάντι στο... νόημα, μπαίνει για να συνεχιστεί η κίνηση στον αυχένα. Η δομή μπορεί να είναι σχετικά απλή αλλά η δουλειά γίνεται με τα λίγα αλλά στομφώδη riff που γεμίζουν την ατμόσφαιρα με τον όγκο τους, η οποία εννοείται πως διανθίζεται με τα απαραίτητα σκαμπίλια του Bud παρμένα από ταινίες του. Με το τέταρτο “Dance the destruction” περνούν σε πιο καθαρά death thrash μονοπάτια και πιο υψηλές ταχύτητες ενώ ρίχνουν τους τόνους με το μονόλεπτο countrysouthern πονεμένο “Thorn”, όπως ακριβώς τραγουδούσαν οι μαύροι παλιά στο νότο. Με το “Send the demons away” επανέρχονται στην προηγούμενη προσέγγιση με τα γκρουβάτα riff αλλά συνεχίζουν να κρατούν και thrash στοιχεία, πάντα με hardcoremetalcore αν θέλετε) ύφος.

Ξαφνικά αλλάζουν στάση και στο “Play with bullets” ξεκινούν με μια ακουστική εισαγωγή, γυρνούν το παίξιμό τους σε πιο ποιοτικό που φτάνει ακόμη και το progressive, ενώ εμφανή είναι κάποια στοιχεία που παραπέμπουν σε post και συνολικά φέρνουν ένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα που με κάνει να σκέφτομαι πως έχουν τα φόντα για κάτι μεγάλο. Θεώρησα το “Cargo” ως κοιλιά κυρίως λόγω των καθαρών φωνητικών που είχαν μια ελαφριά ελληνική προφορά που προσωπικά δεν βρήκα ελκυστική. Δυνατό κομμάτι μεν, με την μπάντα να παίζει εξαιρετικά (όπως σε όλο το δίσκο), τον τραγουδιστή να φτύνει και να χλευάζει ως σωστό μέταλλο, αλλά από άποψη σύνθεσης δεν με κέρδισε. Κάτι που έκανε όμως πολύ εύκολα το “Under blackened sky με την γρήγορη εισαγωγή και μια μελωδία εξαιρετική στις κιθάρες, ανάλογη συνέχεια καταπληκτικού ήχου κι ένα μπάσο που προσθέτει τα μέγιστα στο – ίσως – καλύτερο του “Blood & Whiskey”.

Το “Black of the night” αποτελεί το πιο κλασικό άκουσμα του άλμπουμ με ένα riff τυπικού speed metal, ενώ ένα βήμα πριν το κλείσιμο το αρκετά doomy Hydra” (για το οποίο γύρισαν και video) κρατάει τις συνθέσεις του εντός κάποιων συνθετικών ορίων αλλά προσωπικά πιστεύω πως είχαν πολύ καλύτερα για να προωθήσουν. Ο επίλογος έρχεται με το “Dust”, στο οποίο εναλλάσσουν ισότιμα τα ήρεμα σημεία, όπου δυστυχώς πάλι δεν μου άρεσε η καθαρή φωνή, με τα έντονα και φορτισμένα συναισθηματικά riff, μέχρι που έρχεται το τελευταίο doom θέμα με το οποίο και κλείνουν.

Το ότι δεν ήξερα τους Beyond Perception πριν από ένα μήνα λέει αρκετά για το management μιας μπάντας ομοεθνών, όπως και για το ποιο θα είναι το μέλλον τους. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μπορεί να μην διεκδικούν δάφνες για την ποιότητά τους, όμως αν κάπου, κάποιος παίξει κομμάτια τους, τα κεφάλια θα αρχίσουν να κουνιούνται σαν να έχουν δική τους θέληση, αψηφώντας τους κατόχους τους.

Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης