Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Gorillaz : The Fall

Εδώ και εκατοντάδες  χρόνια, είθισται την ημέρα των Χριστουγέννων τα δώρα να τοποθετούνται, είτε κάτω από έλατα στολισμένα με λαμπερές μπαλίτσες, γιρλάντες και πολύχρωμα φωτάκια, είτε μέσα σε κρεμασμένες γιορτινές κάλτσες.  Η ανακοίνωση πως οι Gorillaz θα επιχειρούσαν να αφήσουν διαθέσιμο ένα νέο άλμπουμ μέσω της επίσημης ιστοσελίδας τους κατά την ημέρα των Χριστουγέννων, ήταν αναμφισβήτητα ένας πρωτότυπος τρόπος για να κάνει κάποιος ένα δώρο προς τους φίλους του συγκροτήματος…

Έτσι λοιπόν  διατέθηκε online  με τίτλο ‘’The Fall’’.  Ένας τίτλος που σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν οι ίδιοι, έχει να κάνει με την εποχή στην οποία αυτό δημιουργήθηκε – Το φθινόπωρο  , κατά την διάρκεια της περιοδείας  τους στην Β. Αμερική.  Ένας σημαντικός παράγοντας που με έκανε να ασχοληθώ με αυτό τον δίσκο , είχε να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο αυτός ηχογραφήθηκε. Μέσω ενός  I-pad . Πιθανόν αυτό να μην αποτελεί και πολύ μεγάλη έκπληξη καθώς η τεχνολογία πλέον εξελίσσεται ραγδαία με ρυθμούς που, πλέον εντυπωσιάζουν  αλλά πιθανόν και να προβληματίζουν.  Εξαρτάται από την σκοπιά που θα το δεις κανείς. Ας δούμε λοιπόν τι συμβαίνει από μουσικής πλευράς.

Το άλμπουμ ξεκινά με το ‘’Phoner To Arizona’’. Ένα ηλεκτρονικό κομμάτι με εμφανές το γνωστό καρτουνίστικο ύφος των Gorillaz. Ακολουθεί διαδοχικά το ‘’Revolving Doors ‘’. Ένα ομολογουμένως όμορφο chill-out  κομμάτι με τη συνοδεία μιας ακουστικής κιθάρας και την φωνή του Damon Albarn, να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο δίνοντας μια ταξιδιάρικη διάθεση. Ίσως αυτό να μην απέχει και πολύ από τον τρόπο που αυτό δημιουργήθηκε, καθώς θυμίζω πως όλος ο δίσκος δημιουργήθηκε στον δρόμο, κατά την διάρκεια της αμερικάνικης περιοδείας τους. Συνεχίζουμε με το ‘’Hillbilly Man’’  το οποίο ξεκινά και αυτό κιθαριστικά μέσα στο πρώτο λεπτό της διάρκειας του για να καταλήξει ως μια ηλεκτρονική διαδοχή  από λούπες για τα υπόλοιπα 2.50’ που απομένουν μέχρι την ολοκλήρωση του. 4ο κομμάτι , είναι το διάρκειας μόλις 2 λεπτών ‘’Detroit’’ συνεχίζοντας με ηλεκτρονική και χορευτική διάθεση, ένα κομμάτι που μοιάζει σαν να βγήκε από παλιό βιντεοπαιχνίδι .  

Ακολουθούν τα ‘’Shy- Town ‘’, ‘’Little Pink Plastic Bags’’, ‘’The Joplin Spider’’ ,‘’ The Parish Space-Dust’’ και ‘’The Snake In Dallas’’ με ηλεκτρονικούς και trip-hop ήχους  και έντονη πειραματική διάθεση, ιδιαίτερα στο 3ο από αυτά.  Αμέσως μετά ,έρχονται στη σειρά το πολύ όμορφο μελωδικά ‘’Amarillo’’, το οποίο δημιουργήθηκε όπως αναφέρεται στο booklet , στο ομώνυμο μέρος,  το επίσης πειραματικό ‘’The Speak It Mountains’’ και το ορχηστρικό ‘’Aspen Forest’’ , του οποίου το sample που μοιάζει με τον ήχο που κάνουν τα κινητά όταν παρεμβάλουν κάπου, προσωπικά με χάλασε… Τέλος πάντων.  Κάνοντας μια στάση στο Phoenix, δημιουργείται και το επόμενο κομμάτι που ακολουθεί στο track-list παρέα με ένα γνώριμο των Gorillaz, από το ‘’Plastic Beach’’. Ο λόγος για τον Bobby Womack, μόνο που αυτή την φορά τραγουδάει με μια πιο blues διάθεση, με τη συνοδεία μιας ακουστικής κιθάρας και με μικρές παρεμβάσεις από synthesizer.  Ένα όμορφο κομμάτι που μπορεί να σταθεί και μόνο του μέσα στο δίσκο.  Το άλμπουμ κλείνει με τα ‘’California & The Slipping of the Sun’’ και ‘’Seattle Yodel’’.

Αν εκλάβουμε το δίσκο αυτό ως πειραματικό και δεν πέσουμε στην παγίδα να το συγκρίνουμε με τις προηγούμενες δουλειές των Gorillaz, μπορώ να πω πως πρόκειται για μια καλή προσπάθεια, που δεν έχει να κάνει με ένα δίσκο για όλες τις ώρες. Ο τρόπος που φαίνεται πως θέλει να παρουσιαστεί , μοιάζει σαν μια εξιστόρηση του πως πέρασε το συγκρότημα τον καιρό εκείνο όπου περιόδευε στην Β. Αμερική , καθώς όλα τα κομμάτια παρουσιάζονται με βάση ημερολογιακή και η διαδοχή τους είναι συνεχής.  Επίσης σύμφωνα με όσα έχουν ειπωθεί  από τους ίδιους τους Gorillaz, θα περάσει αρκετός χρόνος μέχρι να κυκλοφορήσουν ξανά κάποιο νέο υλικό. Το παρόν διατίθεται εντελώς δωρεάν μέσω της ιστοσελίδας τους, οπότε αν ενδιαφέρεστε και δεν φοβάστε μη χαραμίσετε τα 100 MB που θα πιάσει σε χώρο από το σκληρό σας, τότε θα σας το συνιστούσα. 

Κείμενο : Πέτρος Μελίδης

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Levi / Werstler : Avalanche of Worms

Οι δύο κιθαρίστες των Αμερικανών DÅÅth, Emil Werstler και Eyal Levi αν και μικροί σε ηλικία, θεωρούνται βιρτουόζοι και αρκετά προχωρημένα συνθετικά μυαλά. Έτσι, μια ωραία πρωία, ξύπνησαν κι αποφάσισαν από κοινού να γράψουν κάτι που δεν θα προοριζόταν για το συγκρότημά τους, αλλά θα εξέφραζε την πληθωρική προσωπικότητά τους, πέρα από τις κλασικές death – thrash φόρμες στις οποίες κινείται η μπάντα. Γι’ αυτό το λόγο, οι συνεργάτες τους στο “Avalanche of Worms” διαφοροποιήθηκαν από αυτούς των DÅÅth και συμπεριέλαβαν τον Kevin Scott στο μπάσο, τον Eric Guenther στα  πλήκτρα κι ένα μεγάλο όνομα, τον Sean Reinert των Cynic, στα drums.
Φυσικά όλα τα παραπάνω όργανα έρχονται σε δεύτερη μοίρα, με τις κιθάρες δικαιωματικά να τα υποσκελίζουν και να καθιστούν σαφές ότι πρόκειται για δίσκο αφιερωμένο σε αυτές.
Η προσέγγιση δείχνει την παιδεία του διδύμου γύρω από το όργανό τους, κάτι που άλλωστε ο Levi απέκτησε από την φοίτησή του στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, το οποίο όμως εγκατέλειψε για χάρη του συγκροτήματός του. Άρα όπως κάποιος σωστά θα υπέθετε, το πρώτο album τους, φέρνει κατά πολύ σε κλασικό progressive metal, της σχολής των Dream Theater, οι οποίοι φυσικά υπήρξαν φοιτητές του ίδιου πανεπιστημίου. Κάτι που φανερώνει το πόσο σημαντική είναι η παιδεία και πόσο μπορεί να επηρεάσει θετικά έναν μουσικό στον τρόπο σκέψης, σύνθεσης και αναπαραγωγής αυτών.
Τα κομμάτια του (ορχηστρικού) “Avalanche of Worms” διαθέτουν πυγμή κλασικού metal, σύγχρονη παραγωγή και άγριο ήχο που παραπέμπει στην μπάντα των ιθυνόντων του. Πολλά θέματα κατακλύζονται από μπάσα που δίνουν τρομερό όγκο, ενώ τα πλήκτρα μπορεί να δίνουν κάποιους χρωματισμούς μαζί τους, άλλοτε σαν συνοδοιπόροι με τις εξάχορδες, αλλά κυρίως αφήνοντας τον πρώτο λόγο για δράση σε αυτές. Πίσω από το drum set ο Reinert στέκεται εξαιρετικά όπως απαιτεί ο ρόλος του, χωρίς να θυμίζει κάτι από τα προοδευτικά στοιχεία των Cynic ή έστω του σχεδόν προ 20ετίας, “Human” των Death. Χρησιμοποιεί πιο κλασικές φόρμες και αναπαράγει ρυθμούς αρκετά διαφορετικούς μεταξύ τους, κι ανάλογα με την περίσταση ανεβάζει τους τόνους με διπλές μπότες ή τους χαμηλώνει με χαλαρό jazz παίξιμο .
Όλα αυτά βέβαια αποτελούν απλά ένα υπόβαθρο για να πατήσουν οι δύο έγχορδες θεές και να απελευθερώσουν τον χείμαρρο από νότες που είχαν κρυμμένο πίσω από τις ηχογραφήσεις των DÅÅth.
Οι Levi και Werstler ξεδιπλώνουν ένα ταλέντο που δεν περιορίζεται μόνο στην απαράμιλλη τεχνική τους, αλλά και σε μια συνθετική δεινότητα, άξια της ιστορίας της “progressive-μάνας” δισκογραφικής που τους φιλοξενεί, Magna Carta. Μπορεί να μην πρωτοτυπούν, όμως δείχνουν την αξία τους σε κάθε πενιά. Τα riff βαραίνουν τόσο που θυμίζουν λιγάκι από Lamb of God και Meshuggah, ενώ στη συνέχεια μπορεί να γίνονται progressive ή και πιο κλασικά, όπως στο φινάλε “Chrysalis Wound”, όπου το slide θυμίζει ελαφρώς δεκαετία ‘70. Κι όπως είναι φυσικό, μια τέτοια δουλειά δεν μπορεί να μην διαθέτει solos. Πολλές φορές τα κυρίως θέματα αποτελούνται από τέτοια, φέρνοντας ένα χαζό χαμόγελο στον ακροατή, είτε με την ταχύτητά, είτε με την μουσικότητά και τις υπέροχες μελωδίες τους. Πολλοί μπορεί να διακρίνουν επιρροές από τον John Petrucci (ίσως την κυριότερη), άλλοι από τον Jeff Waters των Annihilator, αλλά και κάποιες jazz, που ξεφυτρώνουν δεξιά κι αριστερά, φανερώνοντας μια αντίληψη ανοιχτή σε προκλήσεις και ποικίλους ήχους. Οι συνθέσεις διακατέχονται από μια πολυπλοκότητα, φυσικό επακόλουθο της νοοτροπίας τους, που ίσως να κουράσει τους λιγότερο συνηθισμένους σε τέτοια ακούσματα.
Η “χιονοστιβάδα από σκουλήκια” (μα τι τίτλος...) είναι ένας ολοκληρωμένος metal δίσκος, που πιάνει όλο το φάσμα του συγκεκριμένου είδους, στα πιο κλασικά του. Όλοι οι μεταλλάδες κιθαρίστες θα τον λατρέψουν, οι υπόλοιποι κιθαρίστες θα δουν κάτι καλό, ενώ οι σκληροπυρηνικοί θα αναφωνήσουν με δέος τα απαραίτητα “ πωπώ τι κάνει αυτός;” και “τι παίζει ρε ο τύπος;” Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι δύο οι τύποι κι έχουν άγριες διαθέσεις για μουσική. 

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Ghost : Opus Eponymous

Σκιές… βήματα… φωνές… ουρλιαχτά που έρχονται από τα υπόγεια…. στον στοιχειωμένο πύργο… και ο διαβολικός οικοδεσπότης, ο ανίερος επίσκοπος να σέρνεται σαν κατάρα… αιώνες μόνος… με αναμμένα κεριά. Όχι για να βρει το δρόμο στο σκοτάδι μα για να φανερώσει την κουρελιασμένη φιγούρα του στα θύματα του. Τη μαύρη και γεμάτη μίσος ψυχή του. Τα συναισθήματα του, τον πόνο και τη νοσταλγία του. Μόνος, με μοναδική του συντροφιά, τη λατρεία του για το απόλυτο σκοτάδι… Σε μέρη που δεν ξημερώνει ποτέ. Σε κήπους που ανθίζουν μαύρα άνθη. Εκεί που οι μυρωδιές από το λιβάνι και τον θάνατο σε πνίγουν… Με κουκουλοφόρους μοναχούς, που την ταυτότητα τους κανείς δε γνωρίζει, να τον δοξάζουν και να τον υπηρετούν. Να προετοιμάζονται για τη μεγάλη μαύρη τελετή.
    
Και στη μέση του κύκλου, που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να “σπάσει”, ρίχνονται έμψυχα και άψυχα αντικείμενα. Αίμα και φωτιά… άναρθρες κραυγές και δεήσεις στα Λατινικά. Οι υγροί και βρώμικοι τοίχοι σείονται υπό τους ήχους των Black Sabbath, Demon, Blue Oyster Cult, Pentagram, Witchfinder General ενώ το πνεύμα του King Diamond έχει απλωθεί παντού. Αστραπές… και ο λυσσασμένος αέρας έρχεται να επαναφέρει το σκοτάδι σβήνοντας τα κεριά. Στο κέντρο του κύκλου όλα έχουν χαθεί μέσα σε έναν μανιώδη στροβιλισμό δίνοντας τη θέση τους στο νεογέννητο παιδί του occult. Opus Eponymous….

… και το ψυχεδελικό rock των 70’s έχει συναντήσει το N.W.O.B.H.M. ντυμένο με την απελπιστική μουντάδα του doom, κάνοντας τον δίσκο να ηχεί σαν soundtrack κάποιου horror show, σαν βλάσφημο τελετουργικό. Αιχμηρές αλλά και fuzz-rock κιθάρες, στακάτο rhythm section, εκκλησιαστικά πλήκτρα και όλα να κρέμονται σαν μαριονέτες από την εύθραυστη, βαριά, καθαρή και ειρωνική κατά το πρότυπο του King Diamond ερμηνεία του τραγουδιστή. Το πραγματικό heavy/black με το ειλικρινές σατανικό του περιεχόμενο, χωρίς φαμφάρες, σαματά και brutal φωνή. Αγνό, σχεδόν νοσταλγικό έρχεται να αναβιώσει τις καλύτερες στιγμές όλων των παραπάνω συγκροτημάτων αλλά και να μας οδηγήσει σε σκοτεινές σκέψεις.

Από τη Σουηδία, που μας χαρίζει ως επί το πλείστον καλή μουσική και που διαφαίνεται ένα σχετικό revival των 80’s (βλ. Enforcer ) έρχεται αυτή η πολύ μυστήρια και σκοτεινή εξάδα, μετρώντας μόλις 2 χρόνια ύπαρξης, με σκοπό να στοιχειώσει το μυαλό μας. Η όλη μυστικότητα, η ανωνυμία, οι κουκούλες, το corpse-paint του τραγουδιστή είναι πράγματα που βρίσκω, εκτός από έξυπνα, και άκρως ιντριγκαδόρικα. Μπήκα και εγώ λοιπόν στη διαδικασία να ψάξω για να βρω ποιοι είναι στην πραγματικότητα. Πουθενά, μα πουθενά δεν υπάρχουν ονόματα και φωτογραφίες. Ούτε η παραμικρή πληροφορία. Κυριολεκτικά μπάντα-φάντασμα. Μου έγινε έμμονη ιδέα. Έπειτα από αρκετές ακροάσεις, συνδυασμούς, ψάξιμο και ξενύχτι κατέληξα κάπου σχεδόν με απόλυτη βεβαιότητα. Κανείς όμως, από όσο ξέρω δεν έχει αποκαλύψει το παραμικρό για αυτούς. Δεν θα αναφέρω λοιπόν την άποψη μου για την ταυτότητα τους. Εξάλλου σε αυτή τη μαγική φράση στηρίζονται και οι ίδιοι: …… ”don’t break the circle”………    

Κείμενο : Αντώνης Κοντογιάννης 

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Manowar : Battle Hymns MMXI


Στα σημαντικότερα μουσεία ανά τον κόσμο φιλοξενούνται ορισμένα από τα πιο μεγαλειώδη εκθέματα, είτε αυτά είναι ανακαλύψεις από αρχαίους πολιτισμούς είτε είναι τρανά επιτεύγματα της νεότερης ιστορίας του ανθρώπου. Σε όλα αυτά λοιπόν υπάρχει μια ταμπέλα που διαβάζουμε (το προφανές για τους περισσότερους): “ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΤΕ”.Η συγκεκριμένη ταμπέλα, κατά την φτωχή μου κρίση, θα έπρεπε να μπαίνει και σε δίσκους μουσικής για να μην μπορεί κανείς, ούτε καν οι δημιουργοί τους, να επέμβουν και να αλλοιώσουν το περιεχόμενο έστω και αν έχουν τις καλύτερες προθέσεις. 

Κάτι τέτοιο λοιπόν συνέβη και με έναν από τους σημαντικότερους δίσκους της σκληρής μουσικής (συγκεκριμένα του epic metal) το επικό και μεγαλοπρεπές ντεμπούτο των Manowar, Battle Hymns. Ο λόγος; Μία πρόχειρη  απάντηση θα ήταν: “Έλα ντε;”. Αν και τυγχάνω φανατικός υποστηρικτής της μπάντας, μου είναι δύσκολο να καταλάβω το παρών εγχείρημα. Στέρεψαν από ιδέες, έμπνευση και νέο υλικό όπως θα πουν οι περισσότεροι ή απλώς ήθελαν να προσφέρουν στις ορδές των φανατικών οπαδών τους το πρώτο τους διαμάντι κατεργασμένο με την βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας αλλά και της 30χρονης εμπειρίας τους;
            
 Η παραγωγή είναι σαφώς καλύτερη και πιο γεμάτη από τότε, πράγμα απολύτως λογικό και επόμενο καθώς και η τεχνολογία είναι πιο προχωρημένη και δεν υπήρχε η πίεση του χρόνου. Στα τύμπανα κάθεται και πάλι ο Donnie Hamzik, ο οποίος έχει αντικαταστήσει πλέον τον Scott Columbus, παίζοντας περίπου με τον ίδιο τρόπο όπως τότε αλλά με δυνατό σύμμαχο την πολύ καλή παραγωγή. Το “βρώμικο” παίξιμο του Ross The Boss, που “ξεχειλίζει” στο original album, ανέλαβε να καλύψει ο Carl Logan προσθέτοντας τις δικές του κλασικίζουσες επιρροές και την τεχνοτροπία, “πατώντας” όμως πάνω στο αυθεντικό. Βέβαια οι παλιοί και παραδοσιακοί ακόλουθοι της μπάντας προτιμούν τον πρώτο όπως είναι φυσικό.  Όσο για τον Eric Adams, που κατά γενική ομολογία διαθέτει μια από τις καλύτερες φωνές (για πολλούς την καλύτερη) στο heavy metal, κρατά τη σημαία ψηλά για ακόμα μια φορά και σώζει κάπως την όλη κατάσταση (για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις εννοώ την όλη κίνηση) με τη μαγική φωνή του.  Τη θέση του Orson Welles, σαν αφηγητή στο “Dark Avenger”, έχει πάρει μια άλλη σημαντική προσωπικότητα του χώρου, ο Sir Christopher Lee που επίσης διαθέτει μια χαρακτηριστική, έντονη και επική χροιά στη φωνή του, κάνοντας τον, την καλύτερη επιλογή για αυτό τον ρόλο.  Να σημειωθεί πως υπάρχουν και 2 bonus κομμάτια, τα ζωντανά ηχογραφημένα και ως τώρα ακυκλοφόρητα, Fast Taker και Death Tone (και τα 2 από το Battle Hymns) από live εμφανίσεις της μπάντας στις 31 Ιουλίου και 1η  Αυγούστου του 1982 στο Texas.

Σίγουρα σε πιάνει ανατριχίλα σε μερικά σημεία και είναι λογικό. Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Θέλοντας να βρίσκονται πάντα στην κορυφή έκαναν αρκετές  πρωτοποριακές κινήσεις στο πέρασμα των χρόνων και κατάφερναν να ξεχωρίζουν. Όχι όμως και τώρα (π.χ. Twisted Sister -  Still Hungry) κάνοντας πολύ κόσμο να αναρωτιέται τον σκοπό αυτής της κυκλοφορίας. Τουλάχιστον δημιουργείται μια καλή ευκαιρία να προσθέσουν πιο πολλά κομμάτια από το εν λόγω album στα τωρινά set list των ζωντανών εμφανίσεων τους.

Οι Manowar υπέγραψαν τότε το συμβόλαιο για αυτή την κυκλοφορία κυριολεκτικά με το ίδιο τους το αίμα σημαδεύοντας τον δίσκο ως κάτι το ιερό. Μια αξία που θα υπερασπίζονταν ακόμα και με τη ζωή τους. Ήταν η αρχή στο μακρύ ταξίδι τους για την κατάκτηση της Valhalla. Έπειτα από μεγαλειώδης ύμνους που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να πλησιάσει (τόσο συνθετικά όσο και στιχουργικά)  καθώς και τις αμέτρητες εκδηλώσεις της μεγάλης τους αγάπης για το heavy metal, έχοντας δημιουργήσει πραγματικές στρατιές φανατικών οπαδών που ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να ονειρευτεί ότι θα είχε, έπειτα λοιπόν από τόσα χρόνια διχάζουν (ξανά;) με αυτήν τους την κίνηση. Και αναρωτιέμαι… δεν είναι κρίμα να πριονίζουν οι ίδιοι τον θρόνο τους στον οποίο με τόσο κόπο, θυσίες και ασταμάτητη δουλειά κατάφεραν να ανέβουν και να παραμείνουν τόσα χρόνια;

Κείμενο : Άντωνης Κοντογιάννης

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

At The Soundawn : Shifting


“Στην αυγή του ήχου”. Ή αλλιώς ο ανατέλλων ήχος ενός φιλοσοφημένου μυαλού. Ενδιαφέρον και ευρηματικό το όνομα μιας μπάντας από την Ιταλία, η οποία κινείται στους γνώριμους, πλέον, δρόμους του post. Ένα είδος που εδώ και 8 – 9 χρόνια προοδεύει με αλματώδη ρυθμό ως προς την ποσότητα των εκπροσώπων του. Η ποιότητα ήταν από γεννησιμιού του υψηλή, όπως έδειξαν για παράδειγμα οι Godspeed You! Black Emperor στην rock εκδοχή του και οι Isis στην αντίστοιχη metal. Η συνέχεια έχει αποδειχθεί αντάξια των προσδοκιών όλων των μουσικόφιλων και προσφέρει ανελλιπώς καταπληκτικά έργα και οι γείτονες, προερχόμενοι από την Ραβέννα, αποτελούν μέρος αυτής της νέας δημιουργικής γενιάς.

Το  ντεμπούτο τους, “Red Square: We Come In Waves” μπορεί να μην ξεχώρισε μέσα από την μαζική προσέλευση των συγκεκριμένων συγκροτημάτων, αλλά αν μη τι άλλο προϊδέασε το ακροατήριο για τις επόμενες κινήσεις τους. Αξιόλογη προσπάθεια μεν, χλιαρή και κοινότυπη σύνθεση δε. Φανέρωσε όμως ταλέντο και άποψη που έδειχναν νοοτροπία σοβαρού σχήματος, που ξέρει τι θέλει και οι υποσχέσεις που έδωσαν για τον απόγονό του, πολλές.

Και το όνομα αυτού “Shifting”. Ένας δίσκος που πρέπει να τύχει μεγάλης ακρόασης και αναγνώρισης από όλους όσους πιστεύουν πως η μουσική δεν έχει σύνορα, καλούπια και ταμπέλες για να προσελκύουν πελάτες. Φυσικά για να έχει νόημα το παρόν κείμενο θα πρέπει να γίνει μια κατηγοριοποίηση, αλλά μόνο για περιγραφικούς λόγους κι όχι ετικετοποίηση ή χειρότερα, τυποποίησή τους.

Το εναρκτήριο τραγούδι με τον ιδιόρρυθμο τίτλο “Mudra: In Acceptance and Regret” σηματοδοτεί ίσως την γενικότερη άποψη γύρω από το παίξιμό τους. Ψυχεδελική εισαγωγή την οποία ακολουθούν progressive μελωδίες και καταιγιστικά post riff, σε μια εκτόνωση που θυμίζει όλους τους γνωστούς του είδους και με την φωνή του Luca De Stefano να παραπέμπει έντονα σε αυτή του Linus Jägerskog των Burst. Οι ομοιότητες με τους τελευταίους γίνονται εμφανείς ανά τα κομμάτια σε ό,τι αφορά την προσέγγιση ως προς το post τμήμα και όχι ως προς το progressive τους, στο οποίο οι Σουηδοί γίνονται χειμαρρώδεις και πολύπλοκοι. Οι Ιταλοί είναι σίγουρα προοδευτικοί, αφού η μονοτονία είναι άγνωστη έννοια γι’ αυτούς και η ποικιλία στα στιλ και τα διαφορετικά ιδιώματα πρωταρχικός στόχος τους. Κι ενώ οι κλασικές φόρμες αναπαράγονται και αναπτύσσονται, ξαφνικά σταματούν και δίνουν τη θέση τους σε αντίστοιχες γαλήνιες όπως αυτές των God is an Astronaut ή των This Will Destroy You. Η τρομπέτα που μπορεί να εμφανιστεί εκεί δίνει μια soul jazz νότα ταιριαστή για στιγμές περισυλλογής μετά αλκοόλ. Οι μίξεις που τολμούν, κάνουν το όλο εγχείρημα κάπως εξεζητημένο για όσους δεν έχουν εξοικειωθεί με ήχους αντιφατικούς μεταξύ τους και ίσως να κουράσει. Οι κιθάρες κινούνται σε απλά θέματα, όπως άλλωστε απαιτεί το post, με περισσό συναίσθημα και αντάξιες της ιστορίας αυτής της μουσικής σκηνής που δύσκολα μετρά κακές μπάντες. Ο όγκος και  ο στόμφος των σκληρών συνθέσεων κονταροχτυπιέται με τις ταξιδιάρικες και τόσο μελωδικές, για το ποιες θα επικρατήσουν ως επίγευση του δίσκου. Το ρυθμικό μέρος δίνει τον διαφορετικό και παράλληλα progressive τόνο με τύμπανα και μπάσο εξαιρετικής μουσικότητας, ανάλογα με το κάθε σημείο. Δεν καταφεύγουν σε τεχνικούς εντυπωσιασμούς, ωστόσο παίζουν δυνατά και πολύπλοκα ανά διαστήματα, με σωστούς τονισμούς και συμβάλλουν πολύ στο ύφος. Δείγμα της ιδιαίτερης φύσης τους αποτελεί το “Drifting Lights”, ένα instrumental κομμάτι με όργανα όπως μπουζούκι και ινδική τάμπλα, το οποίο παραδίδει μια ψυχεδέλεια που μοιάζει με soundtrack φώτων που κινούνται ακανόνιστα αλλά ρευστά. Μεγάλο ρόλο παίζουν τα εξαιρετικά φωνητικά τα οποία χωρίζονται σε ίσα μέρη άγριων, αρκετά hardcore και σε ιδιαίτερα καθαρά στα οποία ο De Stefano δίνει εκπληκτικές ερμηνείες πάνω σε ώριμους προσωπικούς στίχους, σαν φυσικές προεκτάσεις των τραγουδιών.

Η τελική εντύπωση, όπως είναι λογικό, εξαρτάται από τον καθένα. Οι At The Soundawn, της τελευταίας δουλειάς, όμως φανερώνουν αναμφίβολα καλλιτεχνικές ανησυχίες και παιδεία γύρω από το μουσικό φάσμα τους, που τους επιτρέπει να απαιτούν ακρόαση από όλους. Μπορεί η κατηγοριοποίηση να γίνει δύσκολα (μάλλον καλό αυτό) αλλά η περιγραφή θα μπορούσε να γίνει αναφέροντας τις επιρροές τους ή τα είδη που μπορεί να φέρουν στο μυαλό. Post, progressive, hardcore ή ψυχεδελικό rock. Όμως μόνο οι νότες θα μπορέσουν να το κάνουν σωστά κι ας αποκομίσει ο οποιοσδήποτε αυτά που θέλει από το “Shifting”. Ένα δίσκο ιδιαίτερο, λίγο σκληρό αλλά όμορφο, που εύκολα αναδεικνύει τους νεαρούς δημιουργούς του.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης