Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Crystal Viper : Legends (AFM Records)


Οι Crystal Viper είναι από τα group που συμβάλουν ουσιαστικά στην αναγέννηση του κλασικού Heavy Metal, ενός είδους που ποτέ δεν έσβησε χάρις στα καθοριστικά φιλιά της ζωής που δέχεται από μπάντες σαν τους Πολωνούς. Προερχόμενοι από μια χώρα που δεν έχει ιδιαίτερη παράδοση στο είδος και μετρώντας σχεδόν 8 χρόνια ύπαρξης, οι Crystal Viper κατάφεραν μέχρι τώρα να κυκλοφορήσουν 2 δίσκους (“The Curse Of Crystal Viper”-2007 & “Metal Nation”-2009), 2 best of (“The Last Axeman”-2008, στο οποίο συναντάμε και  διασκευές σε Virgin Steele, Manilla  Road και Wasp, & “Sleeping Swords”-2009), 1 live album (“Defenders Of The Magic Circle: Live In Germany”-2010) καθώς και κάποια demo, με το 3ο full length “Legends” να είναι το πιο πρόσφατο επίτευγμα τους.
   
Οι επιρροές που έχουν οι Πολωνοί ήταν ξεκάθαρες από τα αρχικά τους βήματα. Warlock, Zed Yago, Manilla Road, Stormwitch, Running Wild, Velvet Viper με ολίγον τι από N.W.O.B.H.M. και true metal. Πίσω από το μικρόφωνο η Marta “Leather Wych” Gabriel ηγείται της μπάντας με τη μοναδική φωνή της, έχοντας το μέταλλο της Doro Pesch (Warlock, Doro) και τον τσαμπουκά της Jutta Weinhold (Zed Yago,Velvet Viper) και με τις επιδόσεις της αποδεικνύει  πως διαθέτει περισσότερα κότσια και δύναμη από πολλούς άντρες συναδέλφους της. 
   
Κάποιοι ίσως να πουν πως οι Vipers απώλεσαν την βαρβαρότητα, την επιθετικότητα και την ωμή δύναμη που είχαν στα 2 πρώτα albums. Άλλοι μπορεί να υποστηρίξουν πως απλά εξελίσσουν τον ήχο τους. Καμιά πλευρά δεν θα έχει άδικο. Εγώ θα προσθέσω πως το μουσικό ύφος του “Legends” ηχεί πιο πειρατικό με τη δύναμη των Running Wild και τη λυρική πλευρά των Stormwitch να κάνουν αισθητή την παρουσία τους.
    
Εισαγωγή με το πειρατικό “The Ghost Ship” και το επικό “Blood Of The Heroes” και διαπιστώνουμε πως η μπάντα συνεχίζει να γράφει μεγάλα riff και κομμάτια που σου κολλάνε στο μυαλό κερδίζοντας με μιας τους οπαδούς των προαναφερθέντων σχημάτων (και όχι μόνο). Το εκπληκτικό “Greed Is Blind”  μου φέρνει (ξανά) στο μυαλό το απίστευτο ομώνυμο ντεμπούτο των Falconer (δισκάρα), με το μπάσο να οδηγεί πατώντας σε ένα ακόμα μαγικό riff, με ένα ονειρικό refren να ακολουθεί και μια Gabriel να δίνει ρέστα κυρίως στα δεύτερα φωνητικά (που είναι και ένα δύσκολο μέρος για όσους ξέρουν).
   
Το “Sydonia Bork” ξυπνά μνήμες τύπου “Her Crimson Tears” (βλ. “Metal Nation”), χωρίς όμως να το φτάνει. Απαλό κομμάτι (προσωπικά μου θύμισε λίγο το Forever των Stratovarius), με πλήκτρα και κιθάρα να συνοδεύουν τη Marta. Ακολουθεί ένας νέος ύμνος από τους Πολωνούς, “Goddess Of Death” και τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους για τα καλά, με riff, refren και σόλο να μας γυρνούν στην εποχή που χαζεύαμε εξώφυλλα, μυρίζαμε βινύλια και προσκυνούσαμε μπαντάρες σαν τους Stormwitch. Συνέχεια με το επιθετικό και Accept-ικό “Night Of The Sin”,με εισαγωγή που θυμίζει αρκετά το “Night Prowel” (του 1ου δίσκου). Αργόσυρτο και ατμοσφαιρικό, το “Secret Of The Black Water” μας φέρνει στο μυαλό τους Zed Yago. Ο δίσκος κλείνει δυναμικά αλλά και πειρατικά (όπως άρχισε) με τα πολύ καλά “Man Of Stone” & ”Black Leviathan” τα οποία κινούνται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με τις υπόλοιπες συνθέσεις. Σαν κερασάκι στη βαρυμεταλλική αυτή τούρτα οι Crystal Viper γράφουν τον επίλογο του “Legends” με μια πολύ καλή διασκευή στο “TV War” των θεών Accept.
  
Πρόκειται λοιπόν  για ένα πολύ αξιόλογο δίσκο με αρκετά μεγαλειώδη κομμάτια που αν και διαφοροποιείται ηχητικά από το πρόσφατο παρελθόν τους δεν νομίζω να απογοητεύσει  τους πιστούς της μπάντας αλλά και όσους του δώσουν μια ευκαιρία.
   
Κλείνοντας να προσθέσω πως είναι λογικό να μας έρχονται κάποιες παλαιότερες μπάντες στο μυαλό με την ακρόαση νεώτερων. Αυτό δε σημαίνει πως η μπάντα είναι απρόσωπη και χωρίς ταυτότητα και απλά αντιγράφει τους παλιούς. Η αναγνώριση και η παραδοχή από τη γελοιοποίηση και το χλευασμό ορισμένες φορές βρίσκεται να ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί. Οι Crystal Viper ευτυχώς συνεχίζουν στο μονοπάτι της αναγνώρισης και  της παραδοχής, αν και είναι από τα σχήματα που απευθύνονται σε λίγους, καλούς και πιστούς.

Κείμενο : Αντώνης Κοντογιάννης 

Long Distance Calling : Long Distance Calling (Century Media, Superball music)

Αυτή η Γερμανία είναι τελικά αξιοθαύμαστη χώρα. Αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες δύο παγκοσμίων πολέμων κι αφού είδε πως δεν μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο με τα όπλα, αποφάσισε να συμπορευτεί με τους παλιούς εχθρούς της και με έμμεσο τρόπο να φτάσει εκεί που ανέκαθεν ήθελε. Πολιτική, βιομηχανία και οικονομία έφτασαν στο απόγειό τους μέσα σε ελάχιστα χρόνια από την αποκατάσταση των ερειπωμένων, από τους βομβαρδισμούς, πόλεων. Κι είναι φυσικό όταν ένας τόπος ευημερεί, να προχωρά και σε άλλους τομείς, λιγότερο αναγκαίους βιοποριστικά, όπως οι τέχνες. Έτσι οι φυλές των γότθων κατάφεραν να αποτελέσουν το αντίπαλο δέος για τις δύο μάνες της rock και metal μουσικής, Αγγλία και Αμερική. Δεν υπήρχε είδος στο οποίο να είχαν μείνει πίσω, ίσως λιγάκι σε ορισμένα προοδευτικά ιδιώματα, όπου απλά δεν κατάφεραν να βγάλουν κάποιο μεγάλο όνομα, αλλά κάποια μικρότερης εμβέλειας. Όμως κι εδώ φαίνονται αποφασισμένοι να επαναφέρουν τα πράγματα στην θέση τους, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια progressive post rock.

Ένα τέτοιο “συγκροτηματάκι” είναι και οι
Long Distance Calling, οι οποίοι δεν είναι καινούριοι στην πιάτσα, όμως δεν είχαν ποτέ μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό. Μετά από ένα demo, ένα ΕΡ και δύο full length δίσκους μέσα στην περασμένη δεκαετία, ήρθε η ώρα για την τρίτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά που φέρει σαν τίτλο το όνομά τους.

Η γερμανική πεντάδα από το Ανόβερο βέβαια δεν περιορίζεται στους μινιμαλισμούς που έχει συνηθίσει το ακροατήριο του post rock, όπως γίνεται στις πιο γνωστές μπάντες του είδους (This Will Destroy You, God Is An Astronaut ή ακόμη και Mogwai) αλλά κατά κύριο λόγο το μπλέκει με progressive νοοτροπία που ουσιαστικά χαρακτηρίζει όλη την instrumental προσέγγισή τους.

Έτσι και στο τελευταίο άλμπουμ, όπου αυτοχαρακτηρίζονται ως organic instrumental rock, η άποψη που έχουν δημιουργήσει γύρω από αυτό παραμένει το ίδιο προοδευτική, φανερώνοντάς το από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα του πρώτου κομματιού “Into The Black Wide Open”, όπου οι νότες στα drums θυμίζουν λίγο από fusion, για να μπει στη συνέχεια το εναρκτήριο riff. Πολυπλοκότητα και τεχνική κατάρτιση είναι ίσως τα δύο χαρακτηριστικά που οδηγούν τον ήχο πολύ πέρα από το post rock και τον καταλήγουν περισσότερο progressive με την γενική έννοια του όρου. Ποικίλες επιρροές ξεπηδούν δεξιά κι αριστερά, όπως στο “The Figrin D’an Boogie”, όπου μια blues μελωδία δίνει έναν άλλο τόνο στο τραγούδι, κάτι που γίνεται και στο “Timebends” αλλά σε μικρότερο βαθμό, ακολουθούμενο από κλασικά progressive slap στο μπάσο, κάνοντας τον κάθε οπαδό αυτής της σκηνής να σηκώσει με νόημα το φρύδι. Νοσταλγικές μελωδίες – σήμα κατατεθέν του post – βρίσκονται διάσπαρτες σε όλα τα κομμάτια προσφέροντας το συναίσθημα που θέλουν αυτοί που κατατάσσουν τη μπάντα στο συγκεκριμένο χώρο. Τα κιθαριστικά ξεσπάσματα, τα οποία είναι πολλά, δεν γίνονται με την απροειδοποίητη επίθεση που εξαπολύουν πολλοί και που φανερώνει έναν απύθμενο θυμό, όπως στα post metal σχήματα, αλλά με μια προσέγγιση κλασικής ροκιάς που κάνει τον αυχένα να θέλει να κινηθεί σε όλο το εύρος του.

Δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με post ύφος αλλά – προσωπικά – θυμίζει κάτι μεταξύ έντονων στιγμών των Don Caballero (των δύο τελευταίων δίσκων), χωρίς τα math στοιχεία τους, λίγο από δυνατούς Mogwai και ίσως μια νότα από τα groovy riffs των Dream Theater, όπως γίνεται στο “Invisible Giants”, όπου το κυρίως θέμα εμφανίζεται σε διάφορες μορφές και αναπτύσσεται με ωριμότητα μεγάλων μουσικών. Παρόμοια εξελίσσεται και το “Arecibo (Long Distance Calling)”, ένα καταπληκτικό progressive κομμάτι με απίστευτα δυνατό riff που δείχνει την αγάπη της πεντάδας προς το metal, χωρίς όμως να γίνεται βαρύ και παραμένοντας πιστό στο rock ύφος του.


Ιδιαίτερο τραγούδι το “Middleville”, με εξαιρετικά guest φωνητικά από τον John Bush των Armored Saint (και παλιότερα των Anthrax), καθώς αποτελεί την πιο κλασική σύνθεση του δίσκου, γεγονός που θα ευχαριστήσει τους πιο παραδοσιακούς του χώρου, αναδεικνύοντας έτσι την ικανότητα των Γερμανών να προσαρμόζονται ανάλογα με τις απαιτήσεις του κάθε κομματιού.


Εξαιρετικό όλο το πακέτο που συνοδεύει το “LDC” με ένα αρκετά όμορφο εξώφυλλο κι ακόμη πιο εντυπωσιακά σχέδια στο εσωτερικό, των οποίων την ιδέα έχουν συλλάβει οι ίδιοι και κινείται στην διχρωμία του άσπρου με μαύρο, όπως παλιότερα έκαναν με το κόκκινο.


Επίσης εξαιρετικό είναι το bonus disc, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην special edition και αποτελείται από ένα live setlist συναυλίας τους, στην οποία γέλασα απίστευτα, όταν λίγο πριν μπει το επικό “I Know You, Stanley Milgram!” μέγιστος Έλληνας οπαδός που είχε βρεθεί στην χώρα που έπαιζαν, ρώτησε με την γνωστή προφορά και άγρια φωνή του “γουέν γουίλ γιου καμ το Γκριιιιιιις?!” για να πάρει την απορημένη απάντηση ενός μέλους της μπάντας “huh?”. Θεωρώντας πως δεν κατάλαβε καλά, αποσαφήνισε την προηγούμενη ερώτησή του με τον αποστομωτικό εξής τρόπο: “γουέν γουίλ γιου καμ το Γκρις ΡΕ?!;”


Οι Long Distance Calling με την τρίτη δουλειά τους δίνουν ένα εκπληκτικό και ολοκληρωμένο άλμπουμ που δεν θα περάσει απαρατήρητο από όσους τρέφουν συμπάθεια στο rock γενικότερα. Για τους progressiveαδες όμως, θα αποτελέσει κάτι παραπάνω και για να το περιγράψω σκέφτηκα να παραφράσω ένα απόφθεγμα από το στρατό: “οι Γερμανοί είναι φίλοι μας και θέλουν το καλό μας, στο στερεοφωνικό μας μπαίνουνε και παίρνουν το μυαλό μας”.



Κείμενο: Βασίλης Μπακογιάννης

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Wire : Red Barked Tree (Pinkflag)


Οι Wire όλα αυτά τα χρόνια έχουν καταφέρει αυτό που λίγες μπάντες μπορούν να πετύχουν. Ή τους μισείς ή τους λατρεύεις φανατικά. Σε κάθε περίπτωση όμως αναγνωρίζεις την τεράστια προσφορά τους στη μουσική. Επίσης κατάφεραν με τα τρομερά τους κατορθώματα την διετία 1977-1979 (όπου και κυκλοφόρησαν τρία μνημειώδη για τον punk ήχο άλμπουμ) να μας κάνουν σχεδόν να αγνοήσουμε τις ατυχείς μουσικές στιγμές τους τα επόμενα χρόνια, όπου επιδόθηκαν σε διάφορους αμφιβόλου ποιότητας μουσικούς πειραματισμούς.

Mετά την πρώτη διάλυση τους το 1981 ήρθε η επανένωση τους το 1986 και η στροφή στο μουσικό ρεύμα της εποχής, που ήθελε τις μπάντες να έχουν έναν πιο pop προσανατολισμό στον ήχο τους. Το πείραμα δεν λειτούργησε και έτσι οδηγήθηκαν και πάλι στη διάλυση. Ευτυχώς επέστρεψαν στα πράγματα το 2000,με πιο indie μουσικό προσανατολισμό αυτή τη φορά και το Red Barked Tree είναι το άλμπουμ που θα περιμέναμε να ακούσουμε από μια μπάντα του βεληνεκούς τους.

Οι όμορφες μελωδίες ήταν πάντα το δυνατό τους χαρτί και αυτό αποδεικνύεται ακόμα μια φορά. Ο γνωστός κιθαριστικός τους ήχος γίνεται πιο μοντέρνος και σε συνδυασμό με την κρυστάλλινη παραγωγή μας δίνουν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Ξεκίνημα με το Please Take και ήδη νιώθεις την μαγεία της μουσικής τους. Το μπάσο του Graham Lewis χτυπά στην καρδιά σου ενώ η φωνή του Colin Newman αισθαντική όσο ποτέ είναι η καλύτερη εισαγωγή σε αυτό που ακολουθεί. Το Now Was ελαφρώς πιο γρήγορο και αρκετά επηρεασμένο από τον μοντέρνο Βρετανικό ήχο, μας φέρνει έντονα στο μυαλό τις πιο πρόσφατες δουλειές και άλλων "παλιών" συγκροτημάτων όπως οι Fall και οι Mission of Burma.  Συνέχεια με το Adapt. Κάθε καλό άλμπουμ οφείλει να έχει μια ποιοτική μπαλάντα και αυτό ακριβώς είναι το συγκεκριμένο τραγούδι. Πιασάρικη μελωδία και έντονο συναίσθημα είναι η συνταγή της επιτυχίας και φαίνεται πως πιάνει. Το Two Minutes ροκάρει για τα καλά και άνετα θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι δεν μοιάζει με κάτι από αυτά που μέχρι τώρα έχουν κυκλοφορήσει οι Wire. Το Clay μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από την δεκαετία του '80. Σκοτεινή μελωδία, σκοτεινή ερμηνεία και ήχος ικανός να σε στοιχειώσει σε μια από τις κορυφαίες ίσως στιγμές αυτής της κυκλοφορίας. Κάθε άλμπουμ δικαιούται μια μέτρια στιγμή και αυτή πιστεύω πως είναι το Bad Worn Thing. Όχι ότι είναι ένα κακό τραγούδι, απλά δεν έχει ούτε ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τους Wire και σε ξενίζει λιγάκι. Ευτυχώς το punk -ίζον Moreover που ακολουθεί επαναφέρει την τάξη και ηρεμεί τον ανήσυχο ακροατή. Με το A Flat Tent οι Wire του 1977-1979 ξαναζωντανεύουν στα μάτια μας. Ο ήχος και η παραγωγή βέβαια είναι πιο καλογυαλισμένα, αλλά το συναίσθημα μένει απαράλλακτο. Ακριβώς στο ίδιο δυναμικό μοτίβο και το Smash και τα χαμόγελα πλέον είναι αδύνατο να κρυφτούν. Όταν δε, φτάνουμε στο φινάλε τα Down to This και Red Barked Trees έρχονται να μας αποτελειώσουν. Πλημμυρισμένα από 80's αισθητική και με μελωδίες που δείχνουν πως ο παλιός είναι αλλιώς αποτελούν τον ιδανικό τρόπο για να κλείσει μια τέτοια κυκλοφορία.

Με μια γενική ματιά το Red Barked Tree είναι ότι πιο ιδανικό θα μπορούσαμε να έχουμε από αυτή την μπάντα αυτή τη στιγμή. Είναι ειλικρινά παράξενο να μην μπορείς να ξεχωρίσεις ένα συγκεκριμένο τραγούδι που να είναι ανώτερο των άλλων. Είναι πραγματικά υπέροχο να βλέπεις μια μπάντα της "παλιάς φρουράς" να έχει ακόμα αυτή τη σπίθα και να συνθέτει εξαιρετικές μελωδίες. Το μοναδικό που με φοβίζει ίσως με αυτό το άλμπουμ είναι η διστακτικότητα του κόσμου απέναντι σε κυκλοφορίες   συγκροτημάτων μετά από τις επανασυνδέσεις τους. Αυτοί που δεν έχουν τέτοιου είδους κολλήματα θα  έχουν την τύχη να απολαύσουν μια πραγματικά υπέροχη δουλειά!

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

R.E.M : Collapse Into Now (Warner)


Η αποχώρηση του Bill Perry το 1997 ήταν ένα πραγματικό πλήγμα για τους REM και αυτό έγινε ολοφάνερο από τις δουλειές που κυκλοφόρησαν από εκείνο το σημείο και μετά. Το Accelerate του 2008 έδειξε κάποια σημάδια ανάκαμψης και το Collapse Into Now μοιάζει να είναι η μεγάλη επιστροφή του συγκροτήματος,κάτι που δεν το είχαν ανάγκη μόνο οι ίδιοι αλλά και όλος ο μουσικόφιλος κόσμος που πίνει νερό στο όνομα αυτής της μπάντας. Ας προσεγγίσουμε όμως πιο προσεκτικά το νέο πόνημα των REM!

Ακολουθώντας τα βήματα του προκατόχου του το Collapse Into Now είναι ένας δίσκος πραγματικά ποιοτικού rock,κάτι που φαίνεται από την αρχή κιόλας με τα Discoverer και All the Best να μοιάζουν η φυσική συνέχεια του προηγούμενου άλμπουμ (πηγαίνοντας τη μουσική της μπάντας ένα βήμα πιο πάνω).Συνέχεια με τα Überlin και Oh My Heart να μας θυμίζουν έντονα τις κυκλοφορίες των REM στις αρχές των 90's. Ο ήχος τους μπορεί να φανεί παρωχημένος σε κάποιους,αλλά μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν παντελώς λανθασμένη καθώς οι REM ήταν αυτοί που έχτισαν αυτόν τον ήχο και εδώ μας τον παρουσιάζουν στην τελειοποιημένη του πλέον version. To It Happened Today μας δίνει την εικόνα μιας μπάντας η οποία λειτουργεί απελευθερωμένη από το άγχος της επιτυχίας και αποτελεί ένα υπέροχο πάντρεμα του ακουστικού τους ήχου με αρκετά ισχυρές δόσεις alternative μελωδιών (φυσικά η συμμετοχή στα φωνητικά των Eddie Vedder και Joel Gibb δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα στο συγκεκριμένο τραγούδι) .Το ακουστικό Every Day Is Yours to Win μαζί με το Walk It Back χωρίς να είναι απαραίτητα κακά καταντούν λιγάκι ηχητικά αδιάφορα. Ευτυχώς ανάμεσά τους παρεμβάλλεται το εξαιρετικό Mine Smell Like Honey,που προσωπικά το θεωρώ την κορυφαία στιγμή του άλμπουμ (και ίσως μια από τις καλύτερες alternative μελωδίες που έχουν γραφτεί από τους REM). Εξίσου εξαιρετικό και το That Someone Is You,το οποίο έχει όμως μια πιο grunge χροιά στον ήχο του (κάτι το οποίο δεν μας είχαν συνηθίσει ομολογουμένως). Ο τίτλος Me, Marlon Brando, Marlon Brando and I μπορεί να μοιάζει παράξενος,ο συνδυασμός όμως κιθάρας και πιάνου σε αυτή την μπαλάντα το καθιστά ένα άκρως γοητευτικό και ευχάριστο στην ακρόαση τραγούδι.Δεν θα πρέπει επίσης με τίποτα να ξεχάσω να κάνω αναφορά στο απίθανο Alligator Aviator Autopilot Antimatter (με την συμμετοχή της Peaches στα φωνητικά) οπού με χαρά βλέπω την μπάντα να φλερτάρει έντονα και με τον garage ήχο σε ένα τραγούδι που ξεσηκώνει. Το Blue που κλείνει το άλμπουμ,και στο οποίο συμμετέχει η Patti Smith, ηχεί εξαιρετικό,με ένα τρομερό πάθος και με μια ερμηνεία (κυρίως από την Smith) έντονα συναισθηματική.

Oι REM πάντα χαρακτηρίζονταν σαν μια από τις πιο επιδραστικές μπάντες της Rock μουσικής. Με το Collapse Into Now γίνεται ολοφάνερο πως και πάλι μπορούν να εμπνεύσουν και να φτάσουν στην κορυφή. Ο Michael Stipe ίσως δεν ακούγεται τόσο συναισθηματικός και δεν προκαλεί την ίδια ανατριχίλα που προκαλούσε στο παρελθόν,αλλά δεν παύει να είναι ένας υπέροχος ερμηνευτής και σίγουρα ξέρει πως να "ντύνει" με την φωνή του και να αναδεικνύει τις υπέροχες συνθέσεις της μπάντας. Είναι πολλοί οι λόγοι που θα πρότεινα σε κάποιον να ακούσει το συγκεκριμένο άλμπουμ. Δεν βρίσκω όμως καλύτερο λόγο από το γεγονός ότι αυτή η δουλειά μοιάζει να είναι η μεγάλη επιστροφή των REM. Αυτή τη φορά ελπίζω να (ξανα)ήρθαν για να μείνουν!

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Verbal Delirium : So Close & Yet So Far Away (Musea)


Τελικά η Ελλάδα έχει ταλέντο ;  Περίσσιο θα έλεγα. Απλά κάπου εδώ βρίσκεται, περιμένοντας την ευκαιρία να αξιοποιηθεί κατάλληλα. Δυστυχώς όμως, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα συγκροτημάτων που ακούγονται στα αυτιά μας πολλά υποσχόμενα , αλλά στο τέλος κάτι  συμβαίνει και μένουν πίσω στο χρόνο ως άλλη μια χαμένη ευκαιρία ανάδειξης της ελληνικής αγγλόφωνης σκηνής.  Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι άλλοι που αρνούνται να το βάλουν κάτω.   

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και οι Verbal Delirium με τους οποίους θα ασχοληθούμε. Εδώ μας παρουσιάζουν την πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά που τιτλοφορείται ‘’So Close & Yet So Far Away’’ και αποτελείται από 10 κομμάτια.

Ξεκινώντας με το εισαγωγικό ‘’Ervelet’’ , ένα ορχηστικό κομμάτι παιγμένο με πιάνο, μπορεί κανείς να αρχίσει να μπαίνει στο κλίμα του δίσκου για τα καλά. Ακολουθεί το ‘’So Close Yet So Far Away’’  να συμπληρώσει αυτή την εισαγωγή και να δείξει με το καλημέρα το τι εστί Verbal Delirium. Το Dancing Generation στη συνέχεια , αποτελεί σίγουρα ένα από τα φιλόδοξα χιτάκια του δίσκου. Το οκτάλεπτο Lullaby δείχνει πως  πρόκειται για μια μπαλάντα που τείνει να σε νανουρίσει , αλλά στα μισά το κομμάτι εξελίσσεται σε ένα ταξίδι που οδηγεί στο όνειρο. Το ‘’They’’:  Μια πιάνο μπαλάντα με τη συνοδεία ενός τσέλου >που οδηγεί  στο επόμενο <<χιτάκι>> του δίσκου, το ‘’Erased’.  Αυτό είναι  ένα mid tempo κομμάτι επηρεασμένο από τους ήχους των Pink Floyd.  Στο έβδομο κομμάτι του δίσκου το ‘’Time’’, αναλαμβάνει  να μας ανεβάσει την διάθεση λίγο πριν την τελική ευθεία . 

Στο τελευταίο σκέλος της δουλειάς αυτής συναντάμε τα ‘’The Scene Remains’’ , το ‘’Ο.Κ.’’ που αποτελεί το πιο hard & heavy κομμάτι  του δίσκου αγγίζοντας και το metal ενώ ο επίλογος έρχεται με το ‘’Reprise’’. Αυτό είναι ένα κομμάτι παραλλαγή του ‘’Ervelet’’, αποτελούμενο μονάχα από πιάνο και φωνή που κλείνει το ‘’So Close & Yet So Far Away’’ το ίδιο αρμονικά με τον τρόπο που το άνοιξε.

Σε αυτή την δουλειά, έχουμε να κάνουμε με κομμάτια στη γραμμή  σπουδαίων progressive rock σχημάτων  όπως είναι για παράδειγμα οι  Porcupine Tree, οι Dream Theater,  οι Muse (ειδικά στις δύο τελευταίες τους δουλειές) , οι Pink Floyd, καταφέρνοντας μάλιστα να αποφύγουν ξεκάθαρες μιμήσεις.  Ακόμα και η αγγλική προφορά του Jargon , είναι  πολύ καθαρή και αυτό είναι ένα μεγάλο συν, πάνω σε ένα θέμα που πάντοτε αποτελούσε ένα πρόβλημα για τις ελληνικές μπάντες.  Όπως προανέφερα, ταλέντο  η Ελλάδα έχει αρκετό. Το μόνο που μένει να γίνει είναι να αναδειχθεί. Και επειδή αυτό για την ώρα δύσκολα φαίνεται να γίνεται εδώ, έτσι και οι Verbal Delirium διέθεσαν αυτή τη δουλειά τους μέσω της γαλλικής Musea. Μην ξεχνάτε, πως η Γαλλία είναι μια χώρα όπου, οι δικοί μας, προπάτορες του Progressive Rock και πηγή έμπνευσης για πολλούς μεταγενέστερους,  Aphrodite’s Child απολάμβαναν ιδιαίτερης εκτίμησης.  Μακάρι να αποδειχθεί  γουρλίδικη και για τους Verbal Delirium.   

Κείμενο : Πέτρος Μελίδης

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

The Vaccines : What Did You Expect From The Vaccines? (Columbia Records 2011)


Ντεμπούτο άλμπουμ για το Λονδρέζικο κουαρτέτο και από τον τίτλο κιόλας που επέλεξαν μας δείχνουν το πόσο παιχνιδιάρικη διάθεση έχουν.

Αν και υπάρχουν σαν συγκρότημα μόλις από τον Ιούνιο του 2010,οι Vaccines φρόντισαν να μας εντυπωσιάσουν και να μας κάνουν να περιμένουμε πως και πως το άλμπουμ τους με τα τρία υπέροχα single που κυκλοφόρησαν σαν προπομπούς ("Wreckin' Bar (Ra Ra Ra)","Blow It Up" και "Post Break-Up Sex.")

Τι περιμέναμε λοιπόν από τους Vaccines; Τίποτα λιγότερο από έναν ποιοτικό δίσκο indie rock και αυτοί φρόντισαν να μας τον προσφέρουν. Φυσικά,επειδή δεν υπάρχει παρθενογένεση στη μουσική οι επιρροές τους από ήδη φτασμένες indie μπάντες είναι εμφανέστατη (τόσο οι Strokes όσο και οι Editors είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνοι για τον ήχο αρκετών μπαντών),αλλά αυτοί εδώ οι τύποι φρόντισαν να μην γίνουν άλλοι μια μπάντα αντίγραφο και έδωσαν στον ήχο τους ένα δικό τους προσωπικό και όμορφο στοιχείο.Ας πιάσουμε τα τραγούδια όμως που απαρτίζουν αυτή την κυκλοφορία ένα προς ένα.

Το εναρκτήριο Wreckin' Bar αν και σε ξαφνιάζει σου δίνει μια πολύ εικόνα για το τι θα επακολουθήσει ηχητικά. Φαντάσου το σαν να έχεις μπροστά σου τους Jesus and Mary Chain,με τις αιχμηρές κιθάρες των Strokes και το γρήγορο tempo των Ramones! Ελκυστικό ε; Και όντως είναι ελκυστικό γιατί με διάρκεια μόλις 1:24 σου αφήνει μια αίσθηση ευχαρίστησης! To If You Wanna που ακολουθεί είναι εξίσου ελκυστικό. Με πιο "Editors" ήχο και με ένα γοητευτικά μονότονο μπάσο φέρνει στο νου και εποχές του παλιού γρήγορου και χορευτικού Βρετανικού ήχου. Δίχως αμφιβολία ένα τραγούδι που θα βρει τη θέση του σε μπόλικες playlists.Το A Lack of Understanding φέρνει στο μυαλό μας όλη την μελαγχολία των Jesus and Mary Chain. Η θεατρικότητα στα φωνητικά δε λείπει και το όλο άκουσμα είναι ιδιαίτερα ευχάριστο. Συνέχεια με το Blow It Up το οποίο δεν είναι κακό,αλλά στα δικά μου αυτιά ήχησε αρκετά μονότονο. Ίσως να φταίει ο επαναλαμβανόμενος ρυθμός του ή ακόμα και τα φωνητικά του,σίγουρα όμως αποτελεί μια κάπως αδύναμη στιγμή της συγκεκριμένης κυκλοφορίας. Περνώντας στο Westsuit ένιωσα ακριβώς την ίδια ανατριχίλα και μελαγχολία που μου προκαλεί το "Darklands" κάθε φορά που το ακούω. Εκπληκτικό,σκοτεινό και σίγουρα από τα highlights του άλμπουμ. Φτάνουμε στα μισά του άλμπουμ με το Nørgaard και η punk διάθεση γίνεται εμφανέστατη. Γρήγορος ρυθμός και μια πιο μοντέρνα version του πασίγνωστου και αγαπημένου Blitzkrieg Bop!

To δεύτερο μισό του δίσκου ξεκινά με το Post Break-Up Sex,ένα τραγούδι που ήδη έχει λάβει εξαιρετικές κριτικές από τη στιγμή που κυκλοφόρησε. Και πως να μην της λάβει άλλωστε καθώς θα σας γοητεύσει (αν δεν το έχει ήδη κάνει) από την πρώτη ακρόαση! Εξαιρετική μελωδία,υπέροχα φωνητικά και ήχος γεμάτος συναίσθημα. To Under Your Thumb δεν είναι κακό,αλλά μου έφερε έντονα στο μυαλό το European Son των τεράστιων Velvet Underground (σε μια πιο μαζεμένη version) και όπως και να το κάνουμε όταν στο μυαλό σου έρχονται μεγάλες αγάπες οποιαδήποτε άλλη εκδοχή τους δεν σου είναι και τόσο ευχάριστη.Αν έψαχνα να βρω αγαπημένο τραγούδι σε αυτό το δίσκο,το βρήκα σίγουρα ακούγοντας το All in White. Σκοτεινό,μελωδικό,ολοκληρωμένο (αν και λίγο αδόκιμος ο όρος) σε συνεπαίρνει αυτόματα μόλις το ακούσεις.Συνέχεια με τον φρενήρη ρυθμό του Wolf Pack και η χορευτική διάθεση και πάλι στο προσκήνιο.Το άλμπουμ κλείνει με το χαοτικό Family Friend. ένα πραγματικό συνοθύλευμα ήχων που με την πρώτη ακρόαση σου προκαλεί απορία,ίσως και αηδία,αλλά με παραπάνω ακροάσεις καταλήγεις να το λατρεύεις,γιατί πολύ απλά έτσι αποφάσισαν να κάνουν το χαβαλέ τους.

Το "What Did You Expect From The Vaccines?" αποτελεί σίγουρα μια από τις πιο ευχάριστες μουσικές εκπλήξεις της φετινής χρονιάς (αν και ακόμα είναι πολύ νωρίς). Ένα ντεμπούτο από μια μπάντα που δείχνει θέληση να μείνει για πολύ καιρό στα πράγματα και να μην περιοριστεί στην λάμψη μερικών singles. Ένα άλμπουμ που αξίζει να ακούσετε και γιατί όχι να το αποκτήσετε. Το μέλλον τους ανήκει,οπότε σε μας μένει να δούμε τι άλλο έχουν να μας προσφέρουν!

Κείμενο : Γιώργος Παρδάλης

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Magnum : The Visitation (SPV)


Κάποιες μπάντες είναι “καταδικασμένες” να γράφουν μόνο καλή μουσική. Κάποιοι μουσικοί δεν αρκούνται απλά στο να παίζουν καλά και να κυκλοφορούν καλούς και ποιοτικούς δίσκους αλλά προσπαθούν και καταφέρνουν να ανάγουν αυτό που κάνουν σε πραγματική τέχνη. Στο λεξιλόγιο κάποιων μουσικών η λέξη “μέτριο” απλά δεν υπάρχει. Όλα τα παραπάνω και πολλά περισσότερα είναι συνώνυμα της μεγάλης καριέρας των Βρετανών progressive rockers, των μεγάλων τροβαδούρων του Heavy Metal, εκ των ηγετών του μελωδικού hard rock-AOR καθώς και εκ των κυρίαρχων του 80’s arena rock, Magnum. Σας φαίνονται πολλοί και βαρύγδουποι χαρακτηρισμοί? Θα ήθελα τουλάχιστον το μισό κείμενο για να αναφέρω τις μπάντες που έχουν επηρεαστεί από τον ήχο τους. Ή μάλλον…τους ήχους τους….
    
Με όποιο στυλ και αν αποφάσιζαν να καταπιαστούν κατά τη διάρκεια της πολυετούς καριέρας τους, πάντα το έκαναν με μεγάλη επιτυχία. Στο αίμα τους κυλούσαν πάντα τα στοιχεία της rock όπερας και αυτό γιατί ήταν βαθύτατα επηρεασμένοι από τους τεράστιους Queen(ενδεικτικά αναφέρω πως ο Roger Taylor είχε “βάλει το χεράκι του” στην παραγωγή του album “Vigilante”-1986). Εκτός από την ανεξάντλητη έμπνευση, καρπός της οποίας ήταν πάντα η συγγραφή εκπληκτικών τραγουδιών, τα μοναδικά συναισθήματα της μουσικής τους έπαιρναν σάρκα και οστά μέσω της μαγικής φωνής του Bob Catley, ένα από τα καλύτερα λαρύγγια που έχουν περάσει ποτέ από τον σκληρό ήχο, μια ανεπανάληπτη φωνή μεστή, ταξιδιάρικη, άμεση και νοσταλγική όσο λίγες. Πιστός συνοδοιπόρος του σε αυτό το μακρύ μουσικό ταξίδι ήταν και είναι  ακόμη ο Tony Clarkin που με το παίξιμο και τις εξαιρετικές συνθέσεις του, έχει συμβάλει εξίσου στο μεγαλειώδες οικοδόμημα που ακούει στο όνομα Magnum καθώς και στην, κατά καιρούς, εναλλαγή στο ήχο των Βρετανών.
   
Album  No16  λοιπόν για αυτή τη θρυλική μπάντα!(φανταστείτε και να μην είχαν διαλύσει δηλαδή την περίοδο 1995-2001!!). Ο δίσκος μπαίνει δυναμικά με το βαρύ, ατμοσφαιρικό και σκοτεινό “Black Skies” .Όσο για τη συνέχεια…”Doors To Nowhere” και..….τα σαγόνια δύσκολα μαζεύονται από το πάτωμα, το δάχτυλο είναι έτοιμο να καρφωθεί στο repeat και μια τεράστια απορία γεννάται: “πως γίνεται να γράφονται τέτοιες κομματάρες στις μέρες μας;”,”τα είχαν κάβα από το 80 και τα βγάζουν τώρα?”…”μπα…τέτοια τραγούδια δεν είναι για b sides”…και ο μονόλογος συνεχίζεται…

…με τα “Spin like a wheel”, ”The Visitation” και γενικότερα με όλο τον δίσκο, αλλά και με την ερμηνεία του Catley ο οποίος όσο απίστευτο και αν φαίνεται (ή μάλλον ακούγεται) οδεύει προς το 64ο έτος της ζωής του και ο χαρακτηρισμός αυτής της μουσικής του περιόδου ως “δεύτερη νιότη” είναι λίγος. Η πείρα τόσο στη γραφή όσο και στην εκτέλεση δύσκολα κρύβεται. Πανέμορφες μελωδίες ντυμένες με τον μοναδικό τρόπο των πολύπειρων Magnum. Με τη νέα αυτή  τους προσπάθεια, αν και αρχές του χρόνου, οι Magnum βάζουν σοβαρή υποψηφιότητα για μία θέση στους καλύτερους δίσκους της χρονιάς με το “The Visitation”.
    
Είναι πραγματικά άδικο που ο περισσότερος κόσμος δεν τους έχει ούτε ακουστά. Ω ναι…δυστυχώς. Κι όμως….φαντάζει αδιανόητο, σχεδόν προσβλητικό να καυχιέται κάποιος ότι ασχολείται με αυτή τη μουσική και να μην έχει στην κατοχή του κάποιο από τα έργα τους (κατά προτίμηση του κοινού αισθήματος τα : ”Chase The Dragon”-1982 & ”On A Storyteller’s Night”-1985).      
   
Αφεθείτε λοιπόν, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, στα χέρια εκείνων που μας έχουν ταξιδέψει όσο λίγοι μέσω των μαγικών ιστοριών τους, είτε αυτές μιλούσαν για δράκους και σπαθιά, είτε για αγάπη και καθημερινά πράγματα και ανακαλύψτε οι ίδιοι το μουσικό μεγαλείο ενός από τα καλύτερα συγκροτήματα που γέννησε ποτέ το Νησί. 

Κείμενο : Αντώνης Κοντογιάννης