Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

The Black Keys : Brothers (Warner)


Η περασμένη δεκαετία έβγαλε αρκετά μεγάλα ονόματα στο κλασικό rock, που πολλοί ονομάζουν πλέον new rock, αφού ως κάτι τέτοιο θεωρούν μόνο το παλιό. Οι White Stripes, οι Muse, οι Arcade Fire και άλλοι πολλοί έδωσαν μια πνοή στο μεγαλύτερο μουσικό κίνημα των τελευταίων 40 ετών, το οποίο είχε ξεμείνει στα πολύ γνωστά και θρυλικά σχήματα. Μέσα σε αυτά πρέπει σίγουρα να προσθέσουμε κι άλλο ένα από την Αμερική, το επίσης ντουέτο (όπως ο Jack και η Meg White) Black Keys.

O Dan Auerbach (κιθάρα φωνητικά) κι ο Patrick Carney (drums) έχουν εκδώσει μέχρι τώρα 6 δίσκους, καταφέρνοντας να κερδίσουν δύο Grammy για τον τελευταίο, “Brothers”. Η εμπορική επιτυχία ήταν σίγουρη, κυρίως στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, όπου και το είδος της μουσικής τους είναι πιο δημοφιλές από ότι στην Ευρώπη. Το blues rock που έχουν αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια άλλωστε, από εκεί προέρχεται.

Το “Brothers” λοιπόν, ως 6η δουλειά, τους έχει προσφέρει απλόχερα επιτυχία, χρήματα κι αναγνωρισιμότητα. Φαίνεται πως συγκίνησε πολύ κόσμο με τις μελωδίες του αλλά και τους στίχους, που όλα μαζί σαν αποτέλεσμα έφερναν αρκετά στις παρόμοιες μπάντες του ‘70.

Το άλμπουμ των 15 συνθέσεων, είναι άλλο ένα δείγμα της νοοτροπίας των Αμερικανών, στο οποίο όμως έχουν ρίξει τους τόνους. Το blues εναλλάσσεται περισσότερο με το pop rock όσο ποτέ άλλοτε, ενώ στιγμές παλιού καλού δυνατού και βρώμικου rock’n’roll δεν υπάρχουν. Κομμάτια σαν το “Your touch” από το “Magic Portion” ή το “I Got Mine” από το προηγούμενο “Attack & Release” έχουν δώσει τη θέση τους σε αντίστοιχα πιο new rock όπως το “Everlasting Light”, ένα τραγούδι σε πολύ απλό και χαλαρό pop rock ύφος, στο οποίο όμως ο Auerbach ερμηνεύει καταπληκτικά  και διαφορετικά από το γνώριμο στυλ του, αφού ουσιαστικά είναι δομημένο έτσι ώστε ο ίδιος να το αναδεικνύει. Με το “Next Girl” τα πράγματα μπαίνουν λίγο στη θέση τους και η bluesy διάθεση ρέει ξανά από τα ηχεία. Ένα από τα singles του “Brothers”, το “Tighten Up” μας στέλνει πάλι σε new rock καταστάσεις, με τον τρόπο που έκαναν κάποτε οι U2 και δημιουργούν ένα πολύ ευχάριστο άκουσμα, παρόλο που οι στίχοι είναι κάπως “πονεμένοι”. Το “I’m Howling For You” δίνει ένα πιο κλασικό στίγμα, με τα riffs του να τείνουν στην χαρακτηριστική εποχή του ροκ, κάτι που ενισχύεται και από τα λόγια που μιλούν για μια γυναίκα και το πόσο πολύ την θέλει ο δόλιος ο στιχουργός (“the little girl’s got a hold on me, like glue, baby I’m howling for you”). Το “She’s Long Gone” είναι από τα πιο δυνατά του δίσκου και πιο blues rock από τα υπόλοιπα, καθώς ο ήχος του παραπέμπει τόσο πολύ στην δεκαετία του ‘70 και ιδιαίτερα σε μεγάλα blues rock κομμάτια όπως το “I’ll put a spell on you” (όχι τόσο πολύπλοκο βέβαια), που ακόμη και η παραγωγή είναι τόσο σωστά τοποθετημένη και κάνει την κιθάρα να ακούγεται με εκείνη την παλαιωμένη χροιά που έχουν αγαπήσει εκατομμύρια. Ακόμη και φυσαρμόνικα μπορεί να θυμίσει το εφέ που χρησιμοποιούν, κάτι που σίγουρα του πάει πολύ. Συγκινητικές μελωδίες στο “Unknown Brother”, όπου μιλούν για έναν αδερφό που δεν γνώρισαν ποτέ αλλά κι έτσι ακόμη τραγουδούν για τη μνήμη του.

Ολόκληρο το άλμπουμ κινείται γύρω από αυτούς τους ρυθμούς, μαζί με έναν “αισιόδοξο” πόνο και τα 55 λεπτά του μοιάζουν αρκετά ώστε να αποζημιώσει όλους τους φίλους του συγκροτήματος, κυρίως αυτούς που τους αγαπούν για τις μπαλάντες με τη ‘70s αίσθηση.

Η προσπάθεια που έχει γίνει από τους συντελεστές είναι πραγματικά αξιομνημόνευτη, αφού έχει καταφέρει να αποδώσει στο έπακρο το κλίμα που ήθελε το ντουέτο. Τα φωνητικά που είναι το σημαντικότερο blues στοιχείο μέσα στο “Brothers”, το αναδεικνύουν περισσότερο από τις συνθέσεις, αν κι ο Auerbach που διαθέτει πολλά πρίμα για το είδος, με τη νότια προφορά και με τον (όχι και τόσο βαρύ) καημό που βγάζει, παραπέμπει στους μαύρους τροβαδούρους πολλών δεκαετιών πίσω.

Το πακέτο περιλαμβάνει ένα bonus cd με τίτλο “Akron Sessions” στο οποίο παίζουν έξι από τα κομμάτια του “Brothers” με έναν τρόπο, λίγο πιο βρώμικο και κλασικό, κάτι που θα αρέσει στους πιο φανατικούς ροκάδες.

Εν κατακλείδι η τελευταία δουλειά των “μαύρων κλειδιών” είναι μια πολύ καλή και φρέσκια ιδέα, τη στιγμή που δεν υπάρχουν αρκετά συγκροτήματα που παίζουν εμπορικό blues rock. Μπορεί να μην είναι το πλέον καλλιτεχνικό νέο στο χώρο αλλά αξίζει ακροάσεις από τους οπαδούς της ροκ σκηνής, που θα δουν μια αναβίωση ενός παλιού, καλού, αλλά ταυτόχρονα αυθεντικού ήχου που δεν αντιγράφει απλώς το παρελθόν, αλλά μαθαίνει από αυτό και συνεχίζει την παράδοση.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Cephalic Carnage : Misled By Certainty


Τι κατάσταση κι αυτή με τις ταμπέλες στην μουσική. Ειδικά στο metal, όποιος θέλει να ξεχωρίσει, αυτοχαρακτηρίζεται με διάφορους στομφώδεις τρόπους δίνοντας ακόμη και λάθος εντύπωση για το τι παίζεται στις συνθέσεις του. Είναι λογικό κι επόμενο βέβαια από τη στιγμή που τα τελευταία 15 χρόνια έλαβε χώρα μια εισβολή άνευ προηγουμένου, από αμέτρητα συγκροτήματα, τα οποία φυσικά διέφεραν το ένα με το άλλο σε λίγα σημεία, αρκετά όμως ώστε να δημιουργήσουν μικρά παρακλάδια στον κορμό της κύριας κατηγορίας. Έτσι εμφανίστηκε το math (είτε σαν math rock ή math core), το grind (ή grind core), metal core και πάει λέγοντας. Ενδιαφέρουσα και χιουμοριστική ήταν μια περιγραφή για τους Mastodon, της περιόδου “Remission”, όταν κάποιος δεν μπόρεσε να τους κατατάξει ακριβώς κι αποκάλεσε το στυλ τους “rock’n’roll progressive death core”. Είναι γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης άλλωστε, να κατηγοριοποιεί και να ταμπελοφορεί το οτιδήποτε, είτε αυτό είναι νότες, πολιτικές απόψεις, τέχνη ή έμψυχο όν.

Οι Cephalic Carnage είναι ένα από τα παλιότερα σχήματα στο είδος του, αφού υφίσταται από το 1992, κυκλοφορώντας ήδη 5 full – length album, τα περισσότερα των οποίων την περασμένη δεκαετία του ’00. Πώς θα μπορούσε κάποιος τώρα να καθορίσει αυτό το είδος; Η αλήθεια είναι πως με τα χρόνια η αντίληψή τους για τη μουσική άλλαζε. Η ακραία προσέγγιση των δύο πρώτων δίσκων δεν διέθετε κάτι το αξιομνημόνευτο, παρά μόνο την άψογη τεχνική κατάρτιση όλων των μελών και τις λίγες math εκρήξεις, που χάνονταν μπροστά στο χειμαρρώδες grind core. Στο τρίτο, “Lucid Interval”, η jazz πολυπλοκότητα έγινε κύριο στοιχείο τους και η αναρχία πήρε τη θέση δίπλα στο χάος των προηγούμενων συνθέσεων, ενώ με το “Anomalies” φάνηκε μια διάθεση για μια ελαφριά (όσο πατάει η γάτα) στροφή προς πιο mainstream καταστάσεις. Επόμενο ήταν το “Xenosapien”, όπου το τοπίο ξεκαθάρισε λίγο, με το τεχνικό grind core να συνοδεύεται με έντονες math εκφράσεις, παράλληλα πάντα με τις υπερηχητικές ταχύτητες και τα ζωώδη φωνητικά, αλλά και πολλά progressive στοιχειά τα οποία πάντοτε εμφάνιζαν με αύξοντα ρυθμό.

Στο τέλος του 2010 εξέδωσαν, μέσω της ίδιας δισκογραφικής εταιρίας, τον 6ο τους δίσκο με τίτλο “Misled By Certainty”. Σίγουρα πρόκειται για την πιο ώριμη κι ολοκληρωμένη δουλειά τους, πάντα με φόντο την ακραία προσέγγισή τους. Η αλήθεια είναι ότι οι Αμερικανοί είναι μια απρόβλεπτη μπάντα, ικανή για όλα, όμως και ο πιο υποψιασμένος έχει ένα μικρό φόβο για το αν αυτό που θα ακούσει είναι στα όρια του υποφερτού ή κάτι που θα κουράσει με το πολύπλοκο και ταχύτατο χάος του.
Με το πρώτο κιόλας κομμάτι έρχεται μια έκφραση έκπληξης στο πρόσωπο του ακροατή. Καθαρά progressive ήχοι, μακριά από grind καλούπια, φανερώνουν με τον καλύτερο τρόπο τις συνθετικές ικανότητές τους. Ακόμη και τα φωνητικά του Lenzig Leal είναι κάπως πιο σαφή και ξεχωρίζουν πλέον οι λέξεις μεταξύ τους. Όλο το άλμπουμ κυμαίνεται μεταξύ αυτής της νοοτροπίας και της γνώριμης εξτρεμιστικής διάθεσής τους, όπως στο “Abraxas Of Filth” όπου ο νέος μπασίστας Nick Schendzielos παίζει με έναν τρόπο που θυμίζει παλιούς Atheist, ο drummer John Merryman αποδεικνύει ότι παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους της συγκεκριμένης σκηνής και οι κιθαρίστες Steve Goldberg και Brian Hopp αποσαφηνίζουν γιατί οι Cephalic Carnage  θεωρούνται τόσο πρωτοποριακό συγκρότημα. Γεγονός είναι πως αυτή τη φορά το μέρος των εγχόρδων δεν τείνει τόσο στο math, αλλά στο progressive, κάτι που ίσως να προέρχεται κι από την αποχώρηση του προηγούμενου κιθαρίστα Zac Joe.
Φυσικά δεν λείπουν όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως τα grind core περάσματα με τις κλασικές διπλές μπότες και blast beats, κιθάρες που νομίζει κάποιος πως σπέρνουν τον όλεθρο και “μα γιατί κάνει έτσι αυτός;” φωνητικά, παράλληλα με κάποιες jazz μελωδίες και solo. Αυτό βέβαια που τους κάνει να ξεχωρίζουν είναι τα ιδιαίτερα τραγούδια που συνδυάζουν όλη τη φιλοσοφία τους, όπως το “Dimensional Modulation Transmography” ή το “Ohrwurm” με το εκπληκτικό grind riff και την έντονα progressive έως και fusion αντιμετώπιση, που φέρνει έως και στους παρανοϊκούς prog-noise-fusion κτλ Νορβηγούς Shining (όχι τους black metallers), αφού το σαξόφωνο χρησιμοποιείται, λίγο μεν, σαν κύριο όργανο δε. Επικό το 12λεπτο “Repangaea”, όπου φανερώνουν διαφορετική άποψη που ξεφεύγει από τα προηγούμενα και ίσως να παρομοιάζεται περισσότερο με αυτήν των Baroness, αν και καθ’όλη την πορεία τους έχουν προϊδεάσει τους οπαδούς τους για τα πάντα, ακόμα και για τον χαβαλέ του τελευταίου κομματιού “Aeyeucgh”.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το artwork του Orion Landau, το οποίο είναι τόσο πολύπλοκο, άρρωστο, σουρεαλιστικό και εντυπωσιακό που ταιριάζει γάντι στο όλο σκηνικό που έχουν στήσει και δεν περιορίζεται μόνο στο εξώφυλλο αλλά συνεχίζει  και στο εσωτερικό.

Ήταν ανέκαθεν στο ύφος τους να κάνουν πράγματα που όδευαν στο όριο μεταξύ ακραίου ήχου και μουσικότητας. Με το “Misled By Certainty” κάνουν ένα βήμα ακόμα προς την ωριμότητα και την μουσική ως αξίες. Μπορεί να είναι ιδιόρρυθμος και εφευρετικός δίσκος, όμως δεν συνίσταται για όσους δεν έχουν κάποια συμπάθεια προς τόσο εξτρεμιστικής διάθεσης ακούσματα. Για τους οπαδούς του χώρου, πάντως είναι μια πολύ καλή είδηση.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Covenant : Modern Ruin (SPV)


Ζωή μετά το Skyshaper? Så småningom, ja!
(Σ.μ: Τελικά, ναι!)

Και οι Covenant έφεραν το φως. Αν και μακριά από εωσφορικές αναφορές, το σουηδικό ηλεκτρονικό τρίο (με τον Daniel Myer των Hausjobb που είδαμε και στην καταστροφική τελευταία τους εμφάνιση ως session στην Αθήνα ως πλήρες μέλος πλέον) μας κάνει αν μη τι άλλο να τους ξαναπροσέξουμε με το 9ο και πιο...αργοπορημένο άλμπουμ τους.

Εξ αρχής το ξεκαθάρισμα: Το “Modern Ruin” δεν είναι “Northern Light” (κακό αυτό) αλλά δεν είναι και  “Skyshaper” (καλό αυτό). Επίσης, αν και περιέχει δύο-τρία dance floor hitακια στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια είναι φανερό ότι η ενσωμάτωση του Myer έχει οδηγήσει τους Covenant σε ένα σταυροδρόμι.

Ατμοσφαιρικοί ήχοι περισσότεροι από όσους έχουν συνηθίσει οι οπαδοί, μεγαλύτερη αφαίρεση, slow tracks, μινιμαλισμός. Αυτά είναι όσα φέρνει, μαζί με λούπες και τεχνική, ο Myer στους Covenant. Γράφοντας ως οπαδός που τους έχει ακολουθήσει κι εκτός Αθηνών, μπορώ να πω πως αν οι Covenant (που λογικά θα “σκάσουν” μύτη από τα μέρη μας ξανά μέσα στο '11) σοβαρευτούν στα live τους κι ο Eskil Simonsson κόψει τις κακές συνήθειες τουλάχιστον επί σκηνής, θα έχουν τελικά άλλο ένα ακροατή όπου κι αν εμφανιστούν.

Επιστρέφοντας στο “Modern Ruin” το αυτί χρειάζεται αρκετές ,αλλά όχι πολλές, ακροάσεις για να ξεχωρίσει τα τραγούδια. Τα hits είναι εύκολα αναγνωρίσιμα: “Lightbringer” σε μια συνεργασία με τους επίσης Σουηδούς Necro Facility. Αυτό θα φέρει mainstream κόσμο στο dance floor χάρη στο πιο εύπεπτο στυλ των συνεργατών τους. Μετά, “Judge Of My Domain”. Αν ψάχνετε το...”Call The Ships To Port” του “Modern Ruin”, ε αυτό είναι, αλλά...δεν είναι “τόσο” όσο θα θέλαμε. Πάντως είναι κλασσικό ebm κομμάτι, κολλάει στο μυαλό και σίγουρα θα αρέσει. Νομίζω πως με ένα πιο tbm remix θα δείξει περισσότερο κάποια στιγμή.

Αν ήθελα να είμαι πιο αισιόδοξος θα πόνταρα σε δυο ακόμη κομμάτια, το “Βeat The Noise” επίμονο και υπερβολικά χορευτικό για τα γούστα μου και το πιο ebm και σκοτεινό (άρα στα γούστα μου) “Get On” το οποίο είναι για την ώρα το αγαπημένο μου.
Ανάμεσα στα υπόλοιπα κομμάτια λάμπει όμως ένα και μοναδικό που, συγκριτικά & για να
καταλαβαίνουν όλοι, είναι για τους Covenant ότι είναι το “Beloved” για τους VNV Nation. Αναφέρομαι στο “Τhe Beauty and The Grace” που μουσικά είναι αριστουργηματικό, αρχίζει κι αναπτύσσεται αργά αλλά όσο προχωράει (στα περίπου πέντε λεπτά του) επιταχύνει, είναι πολύ συναισθηματικό και ανατριχιαστικό. H καλύτερη στιγμή του άλμπουμ.

Τι μένει από όλα αυτά? Είναι φανερό ότι οι Covenant το παλεύουν. Αν δεν είχε τόσες ανισότητες, κι αυτό προφανώς οφείλεται στο νέο μέλος, θα μιλάγαμε για θρίαμβο και μάλιστα θρίαμβο που σίγουρα δεν τον περιμέναμε.

Ύστερα όμως από μια δύσκολη περίοδο, τόσο για τους ίδιους όσο και για το είδος που προσπαθεί να (ξανά) ορθοποδήσει, οι Covenant δείχνουν πολλά περισσότερα σημεία ζωής από όσα ήταν αναμενόμενο, άρα...Get On!

Κείμενο : Γιώργος Αποστόλου

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Mogwai : Hardcore Will Never Die, But You Will


Οι Mogwai εδώ και χρόνια μένουν πιστοί στο pοst-rock είδος που αποφάσισαν ν' ακολουθήσουν. Έτσι και ο νέος δίσκος κυμαίνεται σε κλασσικούς Mogwai ήχους, με πολλές εναλλαγές στη διάθεση που μας προκαλεί. Στο Cover,  η εικόνα μιας μεγάλης πόλης , μέσα σε γκρίζα και σκούρα χρώματα σε συνδυασμό με τον τίτλο ήδη αρχίζουν να δημιουργούν μια χαοτική ατμόσφαιρα. Στα  53 λεπτά που εκτυλίσσεται η μουσική των Mogwai δεν θ' ακούσουμε κάτι που θα μας ξαφνιάσει. Μερικές φορές πιο σκληροί ήχοι metal, άλλες φορές  θυμίζουν electro και μερικοί τίτλοι που έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο τους. Πιο αναλυτικά:

 1.White Noise- θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα κλασσικότατο κομμάτι Mogwai, ήρεμο με κύριο στοιχείο τα πλήκτρα.
2.Mexican Grand Pix- Εδώ έχουμε διαφορετικό style, electro στοιχεία για αρχή και έντονο ρυθμό σε όλη τη διάρκεια του κομματιού.
3.Rano Pano- Distort κιθάρες πάνω σε μια πολύ συγκεκριμένη ατμοσφαιρική μελωδία, που διατηρείται σε όλο το κομμάτι, άλλοτε πιο soft, άλλοτε πιο σκληρή.
4.Death Rays- πάλι ένα ήρεμο,  γαλήνιο και μελωδικό κομμάτι κυρίως με πλήκτρα.
5.San Pedro-Εδώ αλλάζει η διάθεση με δυνατά drums, πιο γρήγορο ρυθμό και distort κιθάρες, κάνοντας focus στη rock πλευρά τους.
6.Letters to the Metro- γεμάτος ήχος, το μπάσο δίνει μια ιδιαίτερη αίσθηση, ενώ πλήκτρα και κιθάρα εκτυλίσσονται πάνω σε αυτό.
7.George Square Thatcher-με αναφορά στα μέρη της πατρίδας τους(George Square είναι μια πλατεία στην Γλασκώβη), σε αυτό το κομμάτι έχουμε πάλι έντονο μπάσο, κιθάρες καθώς και φωνές.
8.How to be a Werewolf- χαλαρό κομμάτι με drums και κιθάρα στο ίδιο μοτίβο.
9.Too Ranging To Cheers-μελαγχολικό κομμάτι που από τη μέση και μετά αρχίζει να δυναμώνει
10.You're Lionel Richie-τελευταίο κομμάτι, και συνεχίζει στο ίδιο ύφος, αρχή με ατμοσφαιρικό ήχο, κάποιους στίχους και κάπως έτσι κλείνει ο δίσκος με πιο έντονο ήχο προς το τέλος του κομματιού.

Οι Mogwai σ' αυτό το album κυμάνθηκαν στους γνώριμους ήχους τους, προσθέτοντας μερικά διαφορετικά στοιχεία. Τα κομμάτια τους όπως είναι γνωστό είναι αρκετά μεγάλα σε διάρκεια(σ' αυτό το δίσκο 4-5 λεπτά το καθένα). Αν όμως σε κάποιον δεν έφτασαν τα 53 λεπτά, υπάρχει και Limited Edition του δίσκου με ένα track 23 λεπτών(!) με τίτλο “Music for a Forgotten Future (The Singing Mountain)” σαν μια καλλιτεχνική επέμβαση για τον επίσης Σκοτσέζο καλλιτέχνη Douglas Gordon.


Κείμενο : Β.Μ.

           

Norma Jean : Meridional

Heavy metal ή rock και χριστιανισμός ήταν και είναι δύο έννοιες αντιφατικές μεταξύ τους. Την δεκαετία του 70 πολλοί θρησκόληπτοι κυνήγησαν αρκετά συγκροτήματα, χωρίς αυτά να εναντιώνονται τόσο στα πιστεύω τους όσο στην γενικότερη πολιτική της κοινωνίας, άρα και της εκκλησίας. Από τότε αυτή η μουσική έχει παραμείνει συνυφασμένη με μια αντιχριστιανική αντιμετώπιση, κάτι που τελικά προσέλκυσε ένα ακροατήριο που ήθελε μια αντισυμβατική ματιά στους ήχους του. Με τα χρόνια αυτή η άποψη επεκτάθηκε σχεδόν σε όλα τα είδη του metal, με πρώτο το black και πούλησε αρκετά ώστε να επιβιώσει μέχρι σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είχε πει ο Glen Benton των Deicide (=θεοκτονία). “Το κοινό μας θέλει τέτοιους στίχους κι εμείς τους δίνουμε ακριβώς αυτό”.


Πλέον είναι συμβατικό για μια metal μπάντα να εξαπολύει ύβρεις προς πάσα κατεύθυνση αγίων. Ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως οι hard rockers Stryper δήλωναν τολμηρά ως φανατικοί χριστιανοί, αν και είχαν καταντήσει οι Κυνούσηδες του hard rock, πετώντας βιβλία της Αγίας Γραφής από την σκηνή σε κάθε συναυλία τους. Το να τραγουδά κάποιος για τις αρετές της θρησκείας του έχει περάσει ως απαξιωτική άποψη, που θα χαντακώσει τον καλλιτέχνη. Άρα φτάσαμε στο σημείο να είναι αντισυμβατικό για συγκρότημα να θεωρείται χριστιανικό.


Ένα τέτοιο είναι οι Αμερικανοί Norma Jean οι οποίοι παίζουν από το 1997 και θεωρούνται από τους πρωτοπόρους του mathcore. Ποιος θα περίμενε να βλέπει 5 νεαρούς να χτυπιούνται σαν τους The Dillinger Escape Plan και να περνούν χριστιανικά νοήματα; Το καλό με την υπόθεση βέβαια είναι το ότι οι στίχοι τους δεν αποτελούνται από τα κλασικά “μετανοείτε” και “ο Χριστός σώζει”, αλλά ουσιαστικά πρόκειται για κοινωνική στιχουργία με βάση κάποιες χριστιανικές και όχι εκκλησιαστικές διδασκαλίες, την άσχημη δηλαδή πλευρά της θρησκείας. Προβληματισμοί γύρω από τον θάνατο, την συμπαράσταση σε αυτούς που την έχουν ανάγκη κτλ αποτελούν κυρίως τα θέματά τους, κάνοντάς το όμως με τρόπο που δεν διαθέτει εκείνη την ενοχλητική αύρα του κατηχητικού, αλλά μια ποιητική ματιά που δεν θυμίζει τους γιγαντιαίους “ταπεινούς” πολυελαίους.
Η μπάντα έχει εκδώσει καταπληκτική μουσική για το είδος της, αρχής γενόμενης με το “Bless The Martyr And Kiss The Child”, συνέχισε με το “O’ God, The Aftermath”, δίσκο σταθμό που μαζί με τα “Jane Doe” των Converge και ότι είχαν εκδώσει οι The Dillinger Escape Plan μέχρι τότε, εδραίωσαν ένα τεχνικό, φιλοσοφημένο, πολύ σκληρό και ιδιαίτερα έντονο ιδίωμα, το mathcore. Η συνέχεια έγινε με το πολύ καλό “Redeemer” του 2006 και ακολούθησε το “Norma Jean Vs The Anti Mother” με το οποίο θέλησαν να στρέψουν τον ήχο τους σε πιο εμπορικές κατευθύνσεις, χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα αφού έτειναν προς εκείνο το άχαρο μελωδικό metalcore που έχει γεμίσει τον τόπο τα τελευταία χρόνια.


Ήρθε τελικά η ώρα για το πέμπτο άλμπουμ τους, με τίτλο “Meridional”. Η διάθεση που φανερώνουν αυτή τη φορά είναι μεν πιο αυθεντική από αυτήν της προηγούμενης δουλειάς, αρκετά πιο ήρεμη από αυτήν των τριών πρώτων τους δε. Το mathcore στοιχείο εμφανίζεται σε πολλά σημεία του δίσκου και θυμίζει έντονα Converge, όπως στο “The Anthem Of The Angry Brides”, αλλά και στο σύνολό του να διαθέτει τα κλασικά στρυφνά riff και τον καταιγισμό άγριων φωνητικών και γεμάτων όγκο εγχόρδων. Η εντύπωση που προκαλείται βέβαια δείχνει πως το “Meridional” δεν είναι mathcore. Μπορεί να φανερώνει τέτοιες τάσεις, όμως έχει ξεφύγει από τον παλιό τρόπο παιξίματος. Η στροφή προς μια απλοποίηση των συνθέσεων είναι φανερή, όχι τόσο όσο στο “Vs The Anti Mother” αλλά τόσο όσο χρειάστηκε για να φύγει από πάνω τους ο χαρακτηρισμός του mathcore.


Ακόμα κι έτσι πάντως οι Αμερικανοί “το έχουν” ακόμα. Πολύ καλά riff κρατούν το ενδιαφέρον του ακροατή ψηλά και δείχνουν μια ώριμη ματιά, την οποία βέβαια διέθεταν από τα πρώτα βήματά τους. Η τάση προς έναν mainstream ήχο θυμίζει λίγο τον τρόπο που δοκίμασαν οι The Dillinger Escape Plan να εισάγουν ήρεμα και ιδιαίτερης μουσικής αξίας κομμάτια στους τελευταίους δίσκους τους, όμως οι Norma Jean τείνουν απλώς σε ένα καλό μεν metalcore μίγμα, σαφώς υποδεέστερο των υπολοίπων δε. Ωστόσο τα τραγούδια είναι καλά δομημένα και πάνω απ’ όλα, οι μελωδίες του είναι εξαιρετικές, όπως στις απλές συνθέσεις του “Falling From The Sky: Day Seven” με το κυρίως θέμα να προκαλεί ρίγος στο άκουσμά του. Σε άλλα είναι διάχυτο το groovy στοιχείο μετριάζοντας τις όποιες ελλείψεις σε πολυπλοκότητα έχει επιφέρει αυτή η αλλαγή πλεύσης.


Καταπληκτικό το artwork του Jason Oda με το εξώφυλλο και τα εσωτερικά σε απίθανες digital, κυρίως σουρεαλιστικές εκφάνσεις γύρω από την πορεία του ανθρώπου και της ζωής γενικότερα.
Αν το “Meridional” ήταν ο πρώτος δίσκος μιας πρωτοεμφανιζόμενης μπάντας θα μιλούσαμε για μια καταπληκτική αρχή. Όμως οι Norma Jean έχουν καταφέρει μεγαλύτερα πράγματα στο mathcore, το οποίο πλέον εναλλάσσουν με το metalcore (το οποίο υπερτερεί) καταφέρνοντας να ικανοποιήσουν τους οπαδούς τους με τα riff τους, όχι όμως και να τους εντυπωσιάσουν. Φαίνεται πως δύσκολα θα ξεπεράσουν τα τρία πρώτα άλμπουμ τους και ειδικά το επικό “O’ God The Aftermath”.


Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης 

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Hardcore Superstar : Split Your Lip



Οι Σουηδοί Hardcore Superstar επανέρχονται στο προσκήνιο, έπειτα από πολλές επιτυχίες και συνεχείς ζωντανές εμφανίσεις, με τον 8ο δίσκο τους δίνοντας μας το καλύτερο έναυσμα για να βάλουμε φωτιά στα μουσικά μας βράδια. Και αυτό γιατί δημιούργησαν την απόλυτη μουσική υπόκρουση για ατελείωτα γλέντια, ξενύχτια και αλητείες. Με όνομα που παραπέμπει περισσότερο σε σεξουαλικές παρά σε μουσικές καταστάσεις οι Σουηδοί όπως υποστηρίζουν-και ισχύει-αναμιγνύουν το thrash metal με το glam, βαφτίζοντας το “street metal”, με τρόπο ιδιαίτερα επιτυχημένο και απορούν πως κανείς δεν τόλμησε στο παρελθόν να παντρέψει δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους.

Με επιρροές από την τιμημένη σκηνή του Los Angeles, το κλασσικό heavy αλλά και το thrash metal οι HCSS βρισκόμενοι σε έναν οργασμό έμπνευσης συνέλαβαν τις ιδέες για τη νέα τους δουλειά κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιοδείας τους και κλείστηκαν στο studio ώστε να μας προσφέρουν το “Split Your Lip”. Βαρύ και ασήκωτο poser-άδικο heavy metal με εισαγωγικό κομμάτι βγαλμένο από άλλη δεκαετία με μία αίσθηση ότι οι Steel heart τζαμάρουν με τους Motley Crue την ώρα που κρυφοκοιτάζει ο Slash
.
Άκρως τσαμπουκαλεμένα-hard rock meets scream n’ digital-φωνητικά, riffs που σου μένουν από το πρώτο άκουσμα, αιχμηρές κιθάρες, μελωδικά solos, ρεφρέν που σε στέλνουν στον 7ο ουρανό, συναυλιακή διάθεση διάσπαρτη σε κάθε σημείο καθώς και ένα “αισθηματικό πέρασμα”(“Run to your mama”) αφιερωμένο στις μπάντες-είδωλα τους ……Πιοτό, γυναίκες και αυτοκαταστροφή την οποία γλεντάς μέχρι τελικής πτώσεως.

Αν και ο δίσκος είναι από μόνος του highlight θα ξεχώριζα τα :“Sadistic Girls”, “Guestlists”, “Last Call For Alcohol” “Split Your Lip” καθώς και το “Lovin’ The Dead”, με μια blues-σαρωτική εισαγωγή, που για άγνωστο λόγο δεν περιέχεται στο δίσκο.

Στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε και που καθημερινά πονοκεφαλιάζουμε για διάφορους λόγους οι Hardcore Superstar, έχοντας πιάσει το νόημα, μας καλούν να “το ρίξουμε λίγο έξω” απογειώνοντας τη διάθεση μας, με το “Split Your Lip” να ηχεί σαν το ιδανικότερο μουσικό χαλί για ασταμάτητη μπυροποσία καθώς και για διαγωνισμούς βρεγμένης μπλούζας (made in L.A.). Μπείτε λοιπόν στην guest list για το bar των Σουηδών στο οποίο δεν υπάρχει τελευταία ειδοποίηση για ποτό παρά μόνο γυναίκες, άφθονο αλκοόλ και υψηλή ποσότητα αδρεναλίνης. Τα βασικά συστατικά δηλαδή ενός ολονύκτιου και επιτυχημένου hard rock party. Δυναμώστε λοιπόν την ένταση και να θυμάστε…..
…..Party ain’t over till they say so………

Κείμενο : Αντώνης Κοντογιάννης

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Kerretta : Vilayer


Υπάρχουν κάποια πράγματα στη ζωή που μπορεί να περνούν δίπλα μας και να μην προσέχουμε καν. Να υπάρχουν καταστάσεις που δεν εκτιμήσαμε πώς μπορεί  να εξελιχθούν, ή να μην μπήκαμε στον κόπο να ταυτιστούμε με αυτές, με αποτέλεσμα η άποψή μας να μένει ημιτελής ή και λαθεμένη. Ακόμη και ο περίγυρός μας μπορεί να μην μας προσφέρει ευκαιρίες ώστε να κοιτάξουμε κάτι διαφορετικό και να δώσουμε κι εμείς με τη σειρά μας μία σε κάτι που να αξίζει.
Έτσι και στην μουσική υπάρχουν συγκροτήματα που χαντακώνονται από το μάνατζμεντ και την βιομηχανία ή κι από τους οπαδούς, αν κάτι αποκλίνει πολύ από την κυρίως πορεία που θέλουν. Η προώθηση μιας μπάντας και το κοινό στο οποίο απευθύνεται είναι άλλος ένας παράγοντας (ίσως ο σημαντικότερος) για το πόσο μεγάλο μπορεί να γίνει ένα όνομα. Πώς να ανακαλύψει ο ακροατής κάτι καινούριο αν αυτό έχει 20.00€ και είναι καταταγμένο μαζί με ακούσματα διαφορετικής αισθητικής; Κι αν καταφέρει να το κάνει, θα καταφύγει στο download, όπως κάνει η πλειοψηφία και δεν την κατηγορώ καθόλου.

Κατά τη διάρκεια μιας βόλτας σε ένα από τα μεγάλα δισκάδικα της Αθήνας, έπεσα τυχαία πάνω σε ένα συγκρότημα από τον Καναδά, που μόλις κυκλοφόρησε νέο δίσκο, τους Kerretta. Ενδιαφέρον εξώφυλλο, με ένα γλυπτό να απεικονίζει αγγέλους μέσα από την καλειδοσκοπική ματιά του Michael Chalberg. Η δισκογραφική ήταν η Golden Antenna, που συνηθίζει να δίνει ιδιαίτερες κυκλοφορίες, αλλά η τιμή ήταν αποκαρδιωτική, οπότε σκέφτηκα “Kerretta μας τον πλάτανο”. Σε μια δεύτερη, άκαρπη από αγοραστικής πλευράς, βόλτας σκέφτηκα να δώσω το εικοσάρικο κι ας πάει και το παλιάμπελο. Όποιος με χλευάσει γι’ αυτήν την κίνησή μου, εύχομαι να καεί ο σκληρός του με τα mp3. Μια κίνηση την οποία δεν μετάνιωσα.

Το group, το οποίο δεν δίνει καμία πληροφορία για τα μέλη του, την καταγωγή του, τον παραγωγό ή οτιδήποτε άλλο όπως συνηθίζεται, περιορίζεται, οπτικά, σε ένα πολύ καλό artwork, πάνω σε ένα εξαιρετικό σκληρό χαρτί. Η μουσική τους άποψη από την άλλη κινείται σε κλασικό instrumental post rock ύφος, της σχολής των Russian Circles ή και των Caspian, αλλά χωρίς την art rock αισθητική τους. Εξαιρετικές συνθέσεις σε όλα τα κομμάτια, με φανερή την ικανότητα της τριάδας να ελίσσεται καταπληκτικά μεταξύ ταξιδιάρικης ηρεμίας (χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου είδους), απλών – χωρίς παραμόρφωση της κιθάρας – riff και μεγαλειωδών μπάσων ξεσπασμάτων  με την απαραίτητη βαρύτητα. Σε αρκετά σημεία θα θυμίσουν Pelican, αφού σε αυτές  τις περιπτώσεις ο ήχος γίνεται πιο βαρύς και σκοτεινός ή αλλιώς “doomy”. Οι τελευταίοι άλλωστε κατάγονται από το Σικάγο, όπως και οι Russian Circles, άρα η προσέγγισή τους τείνει προς τις ίδιες καταβολές.
Υπέροχες κι έξυπνες μελωδίες κατακλύζουν τα ηχεία σε στιγμές χαλαρωτικές, όπως στο αινιγματικό “Dinshah”, το οποίο ακολουθείται από το αρκετά groovy “The Square Outside” ώστε να δοθεί και μια κινητικότητα στον αυχένα, ή με κομμάτια τα οποία συνδυάζουν και τις δύο παραπάνω απόψεις, όπως το “Nest of Spies”, στοιχείο που διακατέχει όλο το “Vilayer”.

Οι Kerretta κάνουν μια αξιόλογη προσπάθεια με τον δίσκο τους, η οποία στην άλλη άκρη του Ατλαντικού έχει ήδη αναγνωριστεί. Στην Ευρώπη δεν τυγχάνουν της ίδιας αποδοχής, αν και άλλες μπάντες, ίδιας ή και χαμηλότερης αξίας το έχουν καταφέρει. Μια καλύτερη προώθηση θα ήταν θεμιτή, αφού δεν είναι δυνατόν να κατηγοριοποιούν το CD τους απλά μέσα στο γράμμα K του metal (την στιγμή που δεν είναι τόσο post metal όσο post rock) και μεταξύ των “super κακών” Kataklysm και Krisiun με τους ανάποδους σταυρούς. Η θέση τους αξίζει να είναι, αν όχι μαζί, τουλάχιστον δίπλα στα μεγάλα ονόματα του post rock.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης