Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Destrage : The King Is Fat ‘N’ Old


Η Ιταλία αρχίζει και μπαίνει για τα καλά στο παιχνίδι της νέας σκληρής μουσικής, είτε αυτή λέγεται post hardcore, metalcore ή γενικότερα κάποιο παρακλάδι της hard rock / metal. Αν αφήσουμε τους κλασικούς, όπως οι Rhapsody (of Fire) ή οι πιο νέοι Lacuna Coil και εστιάσουμε στην περασμένη δεκαετία του 2000 και ειδικά στα τέλη της, θα δούμε μπάντες που δημιουργούν πολύ καλά και πρωτοπόρα άλμπουμ. Οι At The Soundawn είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα άγνωστου συγκροτήματος που με δύο δίσκους έχει φανερώσει μια σοβαρή ταυτότητα συνειδητοποιημένων μουσικών με κατεύθυνση τον προοδευτικό ήχο, ενώ αρκετοί άλλοι προσπαθούν, με λιγότερη επιτυχία βέβαια, να δώσουν το στίγμα τους.

Οι Destrage είναι άλλο ένα σχήμα από την γειτονική χώρα, που υπάρχει από τo 2002 κι έχει εκδώσει δύο demos κι ένα LP με τίτλο “Urban Being”, το οποίο είχε ευχαριστήσει τους (κυρίως Ιταλούς) οπαδούς του είδους. Τον Οκτώβρη που πέρασε, είχε σειρά η νέα τους δουλειά, “The King Is Fat’N’Old”, με την οποία ελπίζουν να πετύχουν σε ένα πιο ευρύ κοινό.

Το ύφος παραμένει ιδιαίτερα σκληρό κι αυτή τη φορά, στα μέτρα του metal – hardcore, όμως η νοοτροπία τους προχωράει πολύ πιο μακριά από τα στερεότυπα αυτού του ιδιώματος. Μπορεί τα κυρίως θέματα να χαρακτηρίζονται από τον συγκεκριμένο βαρύ και ξερό ήχο των εγχόρδων και τις ταχύτατες μπότες των drums, όμως οι ιδέες δεν περιορίζονται σε μια απλή ή φλύαρη επίδειξη “ανδρισμού” και σκληροπυρηνικής άποψης περί μουσικής. Οι δύο κιθαρίστες, Matteo Di Gioia και Guido Ralph Salati δημιουργούν riffs που ξυπνούν όλων των ειδών τα συναισθήματα. Από το εναρκτήριο του “Jade’s Place”, ένα έντονο groovy, με ψήγματα disco, έως τα σχιζοφρενή του “Panda Vs Koala”, κι από τις πανέμορφες ακουστικές μελωδίες που βρίσκονται διάσπαρτες σχεδόν παντού, έως και πιο εμπορικά, όπως στο “Tip Of The Day”, ο “χοντρός και γέρος βασιλιάς”  διαθέτει τεράστια ποικιλία, όσο του επιτρέπει ο προσανατολισμός του.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι τα εκπληκτικά solos, του άψογα τεχνικά καταρτισμένου διδύμου, που όχι μόνο εκπλήσσουν με την ταχύτητά τους, αλλά και με τις ευφυέστατες φράσεις πάνω στις οποίες χτίζονται. Καταπληκτικό το ένα από τα solo του “Wayout”, το οποίο σε συνδυασμό με τα τύμπανα, έχει σαν αποτέλεσμα έναν πρωτότυπο καταιγισμό που παντρεύει τα blues με το metal και συνεχίζει με έναν “The Dillinger Escape Plan” παροξυσμό.

Ο Drummer Federico Paulovich κάνει μια σπουδαία εμφάνιση παίζοντας, άλλοτε σαν σφαίρα με διπλές μπότες και blast beats (στα ανάλογα σκληρά μέρη του δίσκου), ενώ άλλες φορές γίνεται αρκετά progressive και γεμίζει τα ήρεμα μέρη με πλούσιους ήχους, όπως το piccolo ταμπούρο που συχνά χρησιμοποιεί. Η παραγωγή ίσως να παραξενέψει κάποιους, καθώς ο οξύς ήχος που έχει δοθεί σε όλα τα κρουστά είναι κάπως υπερβολικός, αφού από μόνα τους τα κομμάτια είναι βαριά και πληθωρικά, κάτι που περιστασιακά “μπουκώνει” το αποτέλεσμα.

Ο τραγουδιστής Paolo Colavolpe, διαθέτει μεγάλη γκάμα στο ύφος του και καταφέρνει να βγάζει ερμηνείες από όλα τα είδη του σκληρού ήχου (μπάσες κραυγές, hardcore, punk κ.α.) αλλά κι όταν τραγουδά πιο φυσικά δίνει έναν εμπορικό μεν, όμορφο τόνο δε. Οι στίχοι αρκετά προσωπικοί, ελαφρώς ακατανόητοι ανά σημεία, αλλά και χιουμοριστικοί (“…may god make me gay someday”), περνούν μάλλον απαρατήρητοι. Αδικία θα ήταν να μην αναφέρουμε τον μπασίστα Gabriel Pignata, που μπορεί να φαίνεται λιγότερο από όλους, όμως η δουλειά που κάνει είναι άξια αναφοράς και συμπληρώνει το ρυθμικό μέρος όπως αρμόζει στην περίσταση.

Η δισκογραφική τους εταιρία έχει φροντίσει αρκετά για την προώθησή τους και κατάφερε να τους εξασφαλίσει δύο video clip, για τα “Jade’s Place” και “Neverending Mary”. Το πρώτο μάλιστα με την αλλόκοτη άποψή του και τα φαινομενικά απλά animation του, βραβεύθηκε σε εθνικό φεστιβάλ.
Το “The King Is Fat’N’Old” είναι ένα άλμπουμ που αναδεικνύει, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, το “μοντέρνο metal” και το εμπλουτίζει με εναλλακτικά στοιχεία. Μια καλή περιγραφή, που όμως θα απωθήσει πολλούς, καθώς έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον για να υποστηρίξει μπάντες που δεν έχριζαν προσοχής. Οι Destrage, από την άλλη, την αξίζουν.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης