Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Knut : Wonder


Οι Ελβετοί φημίζονται για τις τράπεζές τους, τα ρολόγια τους, τα τυριά τους, την εμμονή τους για καθαριότητα και τάξη αλλά σίγουρα όχι για τα συγκροτήματά τους. Πάντα κάποιοι έκαναν δειλές εμφανίσεις, όμως ποτέ δεν υπήρξε μπάντα με πρωτοπόρες ιδέες ώστε να βοηθήσει στην ανάδειξη ενός ιδιώματος. Καμία, εκτός από τους Knut.

Χρόνια στο κουρμπέτι, παραδίδουν μαθήματα σκληρής μουσικής από το 1994 μέσω πλήθους EP και των δίσκων “Bastardizer”, “Knut”, “Challenger”, “Terraformer” και τώρα με το “Wonder”. Με τα πρώτα τους έδιναν μια γερή κλωτσιά σε ότι κοινότυπο, σοβαροφανές και θεωρητικά άγριο της αρχής των ’00, εισάγοντας και μπλέκοντας είδη μεταξύ τους με αποτέλεσμα ένα post-math-hardcore που όμοιό του μόνο ελάχιστοι είχαν διανοηθεί να παίξουν. Από τότε έχουν βγει τόσοι, που ισχυρίζονται ότι μοιάζουν δήθεν στους Dillinger Escape Plan (μήπως και πουλήσουν), αλλά ουσιαστικά οι περισσότεροι αποτελούν άσχημα αντίγραφα των Ελβετών. Δύσκολα μπορεί κάποιος να αναπαράγει έναν τέτοιον ήχο και ταυτόχρονα να συνθέτει ανάλογες μελωδίες χωρίς να γίνεται κουραστικός, όπως στο, σχεδόν, 20λεπτο μινιμαλιστικό έπος “march” από το “Challenger”.

Μετά λοιπόν και το ανεπανάληπτο “Terraformer”, στο οποίο πειραματίστηκαν λίγο παραπάνω από τις προηγούμενες δουλειές τους, αλλά παράλληλα ανέβασαν ψηλότερα τον πήχη, έρχονται με το “Wonder” να δείξουν και πάλι τα δόντια τους. Ένας δίσκος που πολλοί περίμεναν και σίγουρα θα απολαύσουν.

Το ύφος του εναλλάσσεται από το κλασικό επιθετικό τους που θα μπορούσε να είναι soundtrack για αφηνιασμένους, σε post με πολλή ταξιδιάρικη και αισιόδοξη διάθεση. Όπως στο instrumental “If We Can’t Fly There, We’ll Take The Boat”, όπου τα δυο μέρη του φαίνεται να κάνουν τον διαχωρισμό μεταξύ αεροπλάνων και πλοίων χρησιμοποιώντας τις αντίστοιχες ταχύτητες στο πρώτο, που θυμίζει αέρινες πορείες, ενώ στο δεύτερο κινούνται με αργά και βαρύγδουπα θέματα, που ταιριάζουν σε ένα μεγάλο και δυσκίνητο καράβι.

Το κυρίως μέρος φυσικά ανήκει στον χαρακτηριστικό τους χαμό, στον οποίο χρωστάει πολλά αυτή η σκηνή. Οι νότες μοιάζουν να τρέχουν σαν τρελές, κυρίως λόγω drums, αλλά και των ακατάπαυστων στρυφνών μελωδιών των εγχόρδων.

Η νοοτροπία όχι μόνο δεν έχει αλλάξει, αλλά πλέον η ωριμότητά τους είναι το κύριο στοιχείο μιας σκληρής μουσικής που διαφοροποιείται από τις άλλες, λόγω παιδείας ή απλά προοδευτικών καταβολών. Ρυθμός και ορυμαγδός σε κάθε ένα από αυτά τα τραγούδια, που φαίνεται να έχουν το βάρος και την δύναμη ενός οδοστρωτήρα εν κινήσει, καθώς οι κιθάρες μαζί με το μπάσο δίνουν τον τόνο άλλοτε math παροξυσμού, έτοιμο να ισοπεδώσει τα πάντα κι άλλοτε παρανοϊκού progressive drone. Κομμάτια όπως το “Calamity” ή το “Lemmings” αποτελούν mathcore χείμαρρους που θυμίζουν Burnt By The Sun ή και Mastodon του “Remission”, όπου κι αυτοί τότε έπαιζαν ένα παρόμοιο μίγμα. Ο drummer Roderic Mounir εξαιρετικός σε όλο τον δίσκο, αναδεικνύει τις ικανότητες και την ευελιξία του ανάμεσα στις διαφορετικές συνθέσεις. Πολύπλοκος με σαρωτικά περάσματα που μοιάζουν με αφρισμένο ποτάμι, έτοιμο να παρασύρει τα πάντα στο διάβα του, ενώ στα instrumental σημεία δείχνει ένα πιο progressive πρόσωπο που συμβαδίζει με το post ύφος. Τα φωνητικά του Didier Severin παραμένουν το ίδιο άγρια και πνιχτά, όπως απαιτεί η σχολή που δημιούργησαν οι ίδιοι, παρέα με τους προαναφερθέντες Burnt By The Sun, Mastodon ή και τους Coalesce. Η παραγωγή έχει στηθεί στα μέτρα τους και αφήνει διάχυτη μια βρωμιά που πλέον λέγεται sludge, αλλά υπάρχει εδώ και καιρό στους Ελβετούς.

Οι ίδιοι παραμένουν όσο πιο underground γίνεται, μιας κι ο ήχος αυτός βαδίζει από μόνος του σε “υπόγεια” μονοπάτια. Το θεωρούν βασικό συστατικό τους και δεν φαίνεται να έχουν διάθεση να το αλλάξουν.

Το “Wonder” είναι η ιδανική συνέχεια για το έργο των Knut. Γεμάτο από όλα εκείνα τα στοιχεία που τους ανέβασαν στην υπόληψη των οπαδών του σκληρού και σκεπτόμενου ήχου, αλλά και από καλλιτεχνικές ανησυχίες που εκφράζουν, χωρίς στίχους αυτή τη φορά, μια διαφορετική άποψη από ένα συγκρότημα που δεν περίμενε κανείς να δείχνει οπτιμιστική συμπεριφορά. 

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης 

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Cough - Ritual Abuse

Αρκετές φορές στο παρελθόν και με την ακρόαση συγκεκριμένων δίσκων μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως σε αυτό το σκοτεινό, καυτό και απόκοσμο μέρος που ονομάζουμε Κόλαση, υπάρχει κάπου χωμένο ένα studio ηχογραφήσεων. Με αμαρτωλές ψυχές που καίγονται αιώνια να είναι το κοινό που παρακολουθεί, τους κερασφόρους υποτακτικούς να κουβαλούν τον εξοπλισμό και τον “οξαποδώ” να κάνει την παραγωγή. Η ίδια σκέψη μου ήρθε στο μυαλό μόλις άκουσα πρώτη φορά το άκρως φρικιαστικό και κολασμένο “Ritual Abuse” των Αμερικανών Cough.

Μέσα στα 5 μακροσκελή κομμάτια του δίσκου ακούμε ένα μείγμα sludge/doom metal με άλλοτε αρρωστημένα black/death φωνητικά (κυρίως) και άλλοτε πιο κάλμα και ψυχεδελικά. Αποπνικτική ατμόσφαιρα με τόνους λάσπης να βγαίνουν από τα ηχεία, “χαμηλές” κιθάρες και αργόσυρτα riffs, με το rhythm section να μην αποκλίνει και πολύ από τη βασική κιθαριστική γραμμή. Συναντάμε κάποια διάσπαρτα fuzzy solos που μας βγάζουν για λίγο από τη μουντάδα των συνθέσεων. Όλα τα κομμάτια έχουν για εισαγωγή αυτόν τον τσιριχτό διαστρεβλωμένο ήχο-βουϊτό που βγαίνει από τους ενισχυτές, όταν είναι ρυθμισμένοι στο maximum, θυμίζοντας πρόλογο κάποιου ανατριχιαστικού θρίλερ. Το συναίσθημα του “δίχως αύριο” που κυριαρχεί στο δίσκο σε κάνει να φαντάζεσαι την Κόλαση και αρκετό κόσμο να οδεύει σιγά σιγά προς τα βασανιστήρια που τον περιμένουν με βήμα που δημιουργείται από το απελπιστικά αργό tempo του δίσκου.

Η Relapse Records (Burst, Voivod, Mastodon,Baroness, Howl) έρχεται να προσθέσει μια ακόμα πoλύ καλή κυκλοφορία στο ενεργητικό της με το δεύτερο full length album των Cough. Την παραγωγή, η οποία είναι βαριά και συνάμα καθαρή, έχει επιμεληθεί ο Sanford Parker (Minsk, The High Confessions, Circle of Animals). Δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο εκπληκτικό και αρρωστημένα όμορφο εξώφυλλο του δίσκου. Μια γυμνή γυναίκα, σε πορφυρό φόντο (είπαμε Κόλαση) με έναν τεράστιο μαύρο ήλιο από πάνω της, μπλεγμένη σε συρματοπλέγματα με 5 διαφορετικά σπαθιά θαμμένα γύρω της. Απλά τέλειο!

Οι Cough έχουν παντρέψει ιδανικά τις επιρροές τους από Black Sabbath & Electric Wizard με τα “βρώμικα” sludge στοιχεία τους, τα απόκοσμα φωνητικά του David Cisco, τις μισανθρωπικές τους ανησυχίες, τις επικές πινελιές και την ψυχεδέλεια στο βίαιο και καταθλιπτικό “Ritual Abuse”. Θα μπορούσε να είναι άνετα το soundtrack της αιώνιας παραμονής κάποιου στον κάτω κόσμο. Ο δίσκος όπως καταλάβατε απευθύνεται σε εξαιρετικά μικρό κοινό και αυτιά που είναι μυημένα στον μέγιστο βαθμό σε μουσικές που κινούνται σε “αποκρουστικά”, μουντά και ιδιαίτερα σκοτεινά μονοπάτια.


Κείμενο: Αντώνης Κοντογιάννης

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Howl : Full Of Hell


Υπάρχει μια δισκογραφική στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, με το όνομα Relapse Records, η οποία έχει αναδείξει τα περισσότερα συγκροτήματα της (πολύ) σκληρής και πειραματικής σκηνής. Πρωτοπόροι όπως οι Mastodon, The Dillinger Escape Plan, Baroness, Burst και άλλοι πολλοί έχουν ξεκινήσει από εκεί. Σταθερή στις αξίες της πλέον, προσπαθεί να ανακαλύπτει νέους, με δυνατότητες για κάτι καλό και ως γνήσια “καφρομάνα” τα καταφέρνει πολύ καλά με κάποια είδη, όπως το sludge, όλα τα hardcore (αν και τα metal core, math core κτλ έχουν περάσει σε όλες τις εταιρίες) και το death metal.

Μέσα σε όλες αυτές τις μπάντες του κύματος της Relapse είναι κι αυτοί με το πολύ ταιριαστό όνομα, γι’ αυτή τη μουσική, Howl. Στα ελληνικά σημαίνει ουρλιαχτό (όπως του λύκου) κάτι που από μόνο του προϊδεάζει για το τι πρόκειται να επακολουθήσει στα 42 λεπτά του “Full of Hell”.
Ο ήχος των Αμερικανών είναι μια μίξη κλασικού death metal, της σχολής των Άγγλων Bolt Thrower, με μια γερή δόση βρώμικης sludge, που ανθεί έντονα τον τελευταίο καιρό. Αρκετές εισαγωγές, όπως στο “Horns of Steel”, δίνουν μια αίσθηση ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας, χωρίς ουσιαστικά να γίνεται κάποιος χαμός, αλλά προδιαθέτουν τον όποιο υποψιασμένο για το τι επίκειται. Κι αυτό είναι που κάνει όλη τη δουλειά στον δίσκο.

Ό,τι έχει γραφτεί μοιάζει να είναι προορισμένο για ανύψωση ηθικού, κάτι που θυμίζει κατά πολύ τους προαναφερθέντες Βρετανούς. Ο στόμφος, ως σταθερός παράγοντας στο ύφος τους, μαζί με την παραγωγή που συμβάλει όσο πρέπει στο χρώμα και στην (ηθελημένα λίγη) καθαρότητα όλων των οργάνων, χαρακτηρίζουν το album. Οι ταχύτητές τους δεν είναι μεγάλες, πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, αλλά ιδανικές για θεραπείες από διάφορες παθήσεις και άλατα του αυχένα. Είναι εκπληκτικό το πώς έχουν καταφέρει να διαθέτουν σε όλα τους τα τραγούδια, εξαιρετικά riffs. Τα περισσότερα θέματα διακατέχονται από groovy ρυθμούς, ιδανικούς για ξεσήκωμα και ισοπέδωση του όποιου χώρου φιλοξενεί τον ακροατή, σαν να τον μεταμορφώνει σε έναν άλλο Hulk. Πολλά μπάσα στα έγχορδα και μελωδίες με έμφαση στα σωστά σημεία, μετατρέπουν απλές συνθέσεις σε μεγαλοπρεπείς, έτοιμες για χαοτικές συναυλίες. Ίδια νοοτροπία στα drums, με πολύ φασαρία και όγκο, αλλά και όμορφους τονισμούς σε πιατίνια και αλλαγές, δείχνουν μια ελαφριά τάση για ποικιλία. Τα φωνητικά περιορίζονται σε κραυγές που κλίνουν περισσότερο προς το hardcore παρά στο death metal, κάτι που είναι μάλλον άνευ σημασίας, αλλά παίζουν άριστα τον ρόλο τους.

Χαρακτηριστικό το πώς επηρεάζεται το κάθε συγκρότημα από τους πρωτοπόρους της εποχής του, είναι το γεγονός ότι κάποια σημεία, όπως στο “Scorpion’s Last Sting”, φέρνουν στο νου τους Mastodon που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι πιο κοντινοί στον ήχο τους, αν και κατά βάση η φιλοσοφία τους τείνει προς πιο κλασικά μονοπάτια.
Πολύ ευχάριστο το ότι όλες οι νέες μπάντες δείχνουν ενδιαφέρον για καλαίσθητα layouts και artworks γενικότερα. Ακόμη και σε μια κυκλοφορία τέτοιου ύφους, φαίνεται πως ο σωστός καλλιτέχνης ξέρει να αξιοποιεί την θεματολογία του. Όπως λέει ο τίτλος “γεμάτο κόλαση” το εξώφυλλο απεικονίζει έναν σκελετό ντυμένο με ένα κόκκινο πέπλο μέσα σε μια κίνηση που δίνεται από το φλεγόμενο κρανίο του και άπειρα μάτια να τον περιτριγυρίζουν σε ένα εξαιρετικό σχέδιο του Ryan Begley.

Η μουσική των Howl δεν διεκδικεί δάφνες για την πρωτοτυπία της ή για την καλλιτεχνική της ποιότητα. Προσφέρει όμως έναν δίσκο παλαιού death metal με μοντέρνα προσέγγιση και απίστευτης ενέργειας riffs, ο οποίος είναι τόσο ευκολο-άκουστος, για τους μυημένους, που δεν κουράζει ούτε λεπτό και κυλάει σαν νεράκι.

Πλέον με την απόσυρση των Bolt Thrower από τα κοινά, πρέπει να αναλάβουν οι νεότεροι για την “εναγρίωση” των μαζών και οι Αμερικανοί δείχνουν ικανοί για την πρόκληση.

Κείμενο : Βασίλης Μπακογιάννης

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Virgin Steele : The Black Light Bacchanalia


Ανέκαθεν υπήρχαν μπάντες που έκαναν φιλότιμες προσπάθειες με σκοπό να ανέλθουν στο χώρο του epic metal. Οι Virgin Steele από την άλλη συχνά έκαναν αφιλότιμες προσπάθειες με μοναδικό τους στόχο να γίνουν Manowar στη θέση των Manowar. Σίγουρα δεν μπορώ να απαξιώσω όλη τους την καριέρα. Καλύτερες στιγμές τους θεωρώ τους δύο πρώτους δίσκους τους, Virgin Steele(1982) και Guardians Of The Flame(1983) και αυτό λόγω των επιδόσεων του εξαιρετικού κιθαρίστα και πάλαι ποτέ αρχηγού του group, κύριου Jack Starr. Μετά την φυγή του τελευταίου και την αρπαγή του ονόματος “Virgin Steele” από τον David De Feis η κάτω βόλτα (με ελάχιστες εξαιρέσεις) ήταν μονόδρομος. Κυκλοφόρησαν βέβαια κάποια πολύ καλά και αξιομνημόνευτα τραγούδια (Victory Is Mine, We Rule The Night κ.α.) αλλά ποτέ κάτι φοβερό και τρομερό στο σύνολο του.     
   
 Δωδέκατο album λοιπόν για τους Virgin Steele οι οποίοι προσπαθούν να εμπλουτίσουν τη μουσική τους με pagan και folk στοιχεία, προσθέτοντας τα  στις ήδη επικές καταβολές τους. Ο δίσκος ανοίγει με το-βαρύγδουπο από άποψη τίτλου- By The Hammer Of Zeus (And The Wrecking Ball Of Thor) και εγώ περιμένω να ακούσω κάτι που θα με συνταράξει, βασιζόμενος στον τίτλο. Δυστυχώς όμως η απογοήτευση έρχεται αστραπιαία. Μετά από 30 δευτερόλεπτα με τον De Feis να βγάζει διάφορες ανούσιες κραυγές τύπου :yeah, wow, come on, fire πάμε, δώσ’του κ.λ.π. αναμεμιγμένα με κοριτσίστικες τσιρίδες, έρχεται μια τελείως πλαστική συνέχεια με ένα σχεδόν love metal κομμάτι που άνετα θα έγραφαν μπάντες σαν τους HIM συνοδευόμενο από ψεύτικα τύμπανα! Και σαν να μην έφτανε ότι  το κομμάτι είναι τελείως μάπα είναι και 8 λεπτά!!!!
    
 Επειδή όποιος καεί στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι, που στη παρούσα περίπτωση ούτε αυτό δεν κρύωνε, συνεχίζω την ακρόαση με ιδιαίτερη επιφύλαξη και όχι άδικα. Τα τραγούδια που ακολουθούν είναι, σχεδόν όλα, το ίδιο γλυκανάλατα και με στοιχεία που μας έχουν πασάρει και στο παρελθόν ουκ ολίγες φορές. Απίστευτα αδύναμος δίσκος με τα κλασσικά φωνητικά του De Feis, που στα περισσότερα σημεία είναι κουραστικά και ανόητα όσο δεν πάει, να θάβουν ηχητικά το οτιδήποτε άλλο. Είναι σαν κάποιος να τους έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό, να τους εκβίασε δηλαδή ώστε να κυκλοφορήσουν κάτι αναγκαστικά. Αλλιώς δεν εξηγείται αυτό το ανούσιο κονσερβοποιημένο κατασκεύασμα που μας σερβίρουν με περίσσιο θράσος. Να σημειωθεί πως το βασανιστήριο κρατά 80(!!!!) ολόκληρα λεπτά αλλά υπάρχει και μια έκδοση με 2 bonus tracks (When I’m Silent, Silent Sorrow) καθώς και το 30άλεπτο From A Whisper To A Scream - (The Biography Of Steele)  την οποία εξιστορεί ο De Feis, φτάνοντας τη διάρκεια στις 2 ώρες! Μέσα σε όλα αυτά όμως οι ίδιοι έχουν την εντύπωση ότι παίζουν symphonic/epic metal!!

Καλώς ή κακώς, δύσκολα θα υπάρξει epic metal μπάντα που θα αναφέρει τους Virgin Steele σαν μια από τις κύριες επιρροές της. Πρέπει κάποτε να καταλάβουν, οι ίδιοι αλλά και οι όμοιοί τους πως αν ο κόσμος θέλει να ακούσει πραγματικό epic υπάρχουν αμέτρητες μπάντες (γνωστές αλλά και underground) που μπορεί να ασχοληθεί κάποιος και που αξίζουν την προσοχή του. Όσο για τα  σκήπτρα του συγκεκριμένου ιδιώματος ευτυχώς τα κρατούν άλλοι και δεν πρόκειται να εκθρονιστούν ΠΟΤΕ!

Κείμενο : Αντώνης Κοντογιάννης